Παναγιώτης Μπεγλίτης: Αναπληρωτής Υπουργός Εθνικής Άμυνας

Βουλευτής ΠΑΣΟΚ Νομού Κορινθίας

Γεννήθηκε το 1957 στο Βέλο Κορινθίας. Έγγαμος με τη Μαρία Γαργάλη. Έχουν μια κόρη και ένα γιο.

Διπλωματικός Υπάλληλος του Υπουργείου Εξωτερικών

ΚΟΙΝΟΒΟΥΛΕΥΤΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Εξελέγη Βουλευτής στο Νομό Κορινθίας με το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2009.
Εξελέγη Βουλευτής στο Νομό Κορινθίας με το ΠΑΣΟΚ στις εκλογές του 2007.
Είναι μέλος της Διαρκούς Επιτροπής Εξωτερικών και Άμυνας και μέλος της Ειδικής Διαρκούς Επιτροπής Ευρωπαϊκών Υποθέσεων
Εξελέγη Ευρωβουλευτής με το ΠΑΣΟΚ στις Ευρωεκλογές του 2004.

ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ – ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΔΡΑΣΤΗΡΙΟΤΗΤΕΣ

Το 1985 εισήχθη με εξετάσεις στην Εθνική Σχολή Δημόσιας Διοίκησης-Τμήμα Διπλωματικής Κατεύθυνσης.
Το 1987 προσελήφθη ύστερα από εξετάσεις στη Διπλωματική Υπηρεσία του Υπουργείου Εξωτερικών.
Το διάστημα 1992-1996 υπηρέτησε στις Βρυξέλλες, στη Μόνιμη Αντιπροσωπεία της χώρας μας στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
Από το Φεβρουάριο του 1999 έως τις εκλογές του Μαρτίου 2004 ήταν Διευθυντής της Υπηρεσίας Ενημέρωσης και εκπρόσωπος Τύπου του Υπουργείου Εξωτερικών.

ΣΠΟΥΔΕΣ

Πτυχιούχος του Νομικού Τμήματος της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Μεταπτυχιακές σπουδές στο Παρίσι.
(Πανεπιστήμιο Σορβόννης) στο Διεθνές Δίκαιο και στις Διεθνείς Σχέσεις με υποτροφία του Ιδρύματος Ωνάση (1982-1985).

ΞΕΝΕΣ ΓΛΩΣΣΕΣ

Αγγλική, Γαλλική, Ισπανική

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΣΕ

http://www.sse.gr

Γενικά

Η Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων (Σ.Σ.Ε.) υπήρξε προσωπικό όραμα του πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδος Ιωάννη Καποδίστρια, ο οποίος είναι και ο ιδρυτής της Σχολής. Τον Ιούνιο του 1828 ανακοίνωσε τη σύσταση της Σχολής και μάλιστα ο ίδιος ονόμασε τους πέντε (5) πρώτους μαθητές «Ευέλπιδες».

Η μακρόχρονη Ιστορία της Σχολής είναι συνυφασμένη με αυτήν του Ελληνικού Έθνους των νεότερων χρόνων μιας και αποτελεί το φυτώριο από το οποίο ξεπηδούν προσωπικότητες, οι οποίες διαδραμάτισαν σημαίνοντα ρόλο στα πεπραγμένα της Πατρίδος μας.

Η Σχολή σε όλους τους αγώνες του Έθνους δηλώνει παρούσα συμμετέχοντας ενεργά, αφού αποτελεί τη δεξαμενή των στελεχών τα οποία αγωνίζονται και θυσιάζονται για τα «Ιερά και τα Ιδανικά της Φυλής».

Η Πολιτεία αναγνωρίζοντας το τεράστιο έργο συνεισφοράς της Σχολής στην υπηρεσία του Έθνους το 1926 της απονέμει Πολεμική Σημαία και στη συνέχεια παρασημοφορεί αυτή με το Μετάλλιο Στρατιωτικής Αξίας Α΄ Τάξεως το 1931, τον Πολεμικό Σταυρό Α΄ Τάξεως το 1943, τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας το 1946 και τέλος τον Ανώτερο Ταξιάρχη του Τάγματος του Σωτήρα το 1978.

Η κύρια αποστολή της Σχολής είναι να παρέχει στρατιωτικούς επιστήμονες και ηγέτες στο Στρατό Ξηράς, μέσω της στρατιωτικής ζωής και της πολύπλευρης στρατιωτικής και ακαδημαϊκής εκπαίδευσης.

Η είσοδος στη Σχολή επιτυγχάνεται με υψηλή βαθμολογία στις εισιτήριες πανελλήνιες εξετάσεις και η φοίτηση διαρκεί τέσσερα χρόνια. Κάθε έτος χωρίζεται σε δύο εξάμηνα. Το χειμερινό εξάμηνο ξεκινά τον Σεπτέμβριο και ολοκληρώνεται τον Φεβρουάριο, ενώ το εαρινό ξεκινά τον Μάρτιο και τελειώνει τον Αύγουστο. Κάθε εξάμηνο περιλαμβάνει Ακαδημαϊκή και Στρατιωτική εκπαίδευση, τόσο θεωρητική όσο και πρακτική.

Κάθε Ακαδημαϊκό έτος αποτελείται από τριάντα εννέα (39) εβδομάδες, από τις οποίες οι είκοσι έξι (26) είναι Ακαδημαϊκής φύσεως και οι δεκατρείς (13) είναι καθαρά Στρατιωτικής. Από αυτές, τέσσερις (4) εβδομάδες χρησιμοποιούνται για τις εξετάσεις Α΄ και Β΄ εξαμήνου ενώ οκτώ (8) εβδομάδες οι Ευέλπιδες απουσιάζουν σε άδειες.

Η Σχολή προσφέρει ευρεία Ακαδημαϊκή μόρφωση, η οποία συμπληρώνει αλλά και διευρύνει την Στρατιωτική εκπαίδευση. Το πρόγραμμα της Ακαδημαϊκής εκπαίδευσης περιλαμβάνει αντικείμενα από ένα ευρύ φάσμα των επιστημών, από Ανθρωπιστικές και Κοινωνικές Επιστήμες μέχρι Εφαρμοσμένες Επιστήμες, από Χημεία σε Ιστορία και από Ψυχολογία σε Μηχανική.

Η Στρατιωτική εκπαίδευση ξεκινά από το πρώτο έτος, οπότε ο Εύελπις υφίσταται Βασική Στρατιωτική Εκπαίδευση και εκπαιδεύεται στην ατομική τακτική. Συνεχίζει τα επόμενα χρόνια και γίνεται άριστος γνώστης στη διοίκηση ομάδος και διμοιρίας και μαθαίνει τα στοιχεία οργάνωσης και λειτουργίας του Λόχου Πεζικού. Η Στρατιωτική εκπαίδευση λαμβάνει χώρα είτε στην περιοχή της Βάρης είτε σε άλλους χώρους ανά την Ελλάδα (Λιτόχωρο Πιερίας, Παρνασσός, κ.λ.π.).

Σημαντικό ρόλο στην εκπαίδευση του Εύελπι παίζει η φυσική αγωγή, με σκοπό αφ’ενός την προσωπική ενδυνάμωσή του ώστε να ανταπεξέρχεται στις κακουχίες και στον απαιτητικό τρόπο ζωής του στρατιωτικού και αφ’ετέρου τη δυνατότητα λειτουργίας του ως εκπαιδευτού, ο οποίος θα εκπονεί και εκτελεί ένα κατάλληλο, ασφαλές και αποτελεσματικό πρόγραμμα σωματικής αγωγής για τους υφισταμένους του.

Πέρα από το έντονο πρόγραμμα για την βελτίωση της φυσικής κατάστασης των Ευελπίδων, διοργανώνονται κάθε έτος εσωτερικά πρωταθλήματα μεταξύ των δύο Ταγμάτων σε διάφορα αθλήματα, καθώς και Πρωτάθλημα μεταξύ των Παραγωγικών Σχολών, στο οποίο η Σχολή μετρά πολλές επιτυχίες κάθε έτος.

Το σώμα των Ευελπίδων οργανώνεται σε ένα Σύνταγμα των δύο (2) Ταγμάτων. Τα Τάγματα ονομάζονται προς τιμήν ηρώων, 1ο Τάγμα Ευελπίδων «Τχης (ΠΖ) Βελισσάριος Ιωάννης και 2ο Τάγμα Ευελπίδων «Τχης (ΠΒ) Παπαρρόδου Ιωάννης. Στη Σχολή εκπαιδεύονται σήμερα σπουδαστές από 20 κράτη. Η πολυεθνικότητα της σύνθεσης προσδίδει στη Σχολή τον ρόλο του πρεσβευτή των ηθών και παραδόσεών μας εκτός Ελληνικών συνόρων. Όλοι οι Ευέλπιδες ακολουθούν το ίδιο έντονο και απαιτητικό πρόγραμμα Στρατιωτικής και Ακαδημαϊκής εκπαίδευσης ανεξαρτήτως εθνικότητας και φύλου.

Με την ολοκλήρωση των σπουδών στη Σχολή, πολλοί απόφοιτοί της γίνονται δεκτοί και συνεχίζουν τις σπουδές τους είτε σε μεταπτυχιακά προγράμματα είτε σε προπτυχιακά για την απόκτηση δεύτερου τίτλου σπουδών σε διάφορα Ελληνικά και Ξένα Ανώτατα Ιδρύματα.

Για την διαμόρφωση των Ευελπίδων σε Ηγήτορες, όλο το προσωπικό, Ακαδημαϊκό και Στρατιωτικό, παρέχει εαυτόν ως παράδειγμα και νουθετεί τους νεαρούς Ευέλπιδες, από την εισαγωγή τους στη Σχολή, στα Ιδανικά και τις Αρχές που χαρακτηρίζουν τον Έλληνα Αξιωματικό. Το Ήθος αποτελεί απαιτούμενο στοιχείο και η ζωή μέσα στη Σχολή διέπεται από τον Κώδικα Τιμής των Ευελπίδων.

Στην προσπάθεια συνεχούς βελτίωσης της εκπαίδευσης των Ελλήνων Αξιωματικών βρίσκεται σε εξέλιξη πρόγραμμα αναβάθμισης της παρεχόμενης εκπαίδευσης στη Σχολή.

Ιστορία

Η ιδέα του στρατιωτικού επαγγελματισμού ήρθε με την εμφάνιση της επιστημονικής στρατιωτικής θεωρίας. Στις αρχές του 19ου αιώνα, αυτή η άποψη έγινε βάση για συστηματική στρατιωτική εκπαίδευση, στοιχείο απαραίτητο για τα στελέχη του στρατού της εποχής. Όπως τα περισσότερα νέα επαγγέλματα, έτσι και ο στρατιωτικός επαγγελματισμός ήταν το αποτέλεσμα των ιδεών του διαφωτισμού και της βιομηχανικής επανάστασης, με επακόλουθο την εμφάνιση στρατιωτικών Σχολών, στις αρχές του 19ου αιώνα.

Στην Ελλάδα ο διαφωτισμός αποτελεί, κατά κάποιο τρόπο, κλάδο του μεγάλου κορμού του ευρωπαϊκού διαφωτισμού και αναπτύσσεται από τα μέσα του 18ου αιώνα για να διακοπεί με την Επανάσταση. Στο πλαίσιο αυτό εκπονήθηκε το πρώτο σχέδιο οργανισμού της παιδείας της ελεύθερης Ελλάδας, το οποίο προέβλεπε ως μια από τις τριτοβάθμιες Ακαδημίες και αυτή των Στρατιωτικών. Το σχέδιο αυτό δεν εφαρμόστηκε ποτέ.

Το 1824, ο συνταγματάρχης Charles Fabvier (Κάρολος Φαβιέρος) (1782-1855) συμφώνησε με την ελληνική κυβέρνηση να του δοθούν 3 ή 4 χιλιάδες στρέμματα στα απελευθερωμένα εδάφη. Σε αντάλλαγμα θα αναλάμβανε ορισμένες υποχρεώσεις, μια από τις οποίες ήταν και η ίδρυση Στρατιωτικής Ακαδημίας.

Ο Καποδίστριας, έχοντας αποφασίσει να διατηρήσει το Τακτικό Σώμα, αναγνωρίζοντας την ανάγκη πλαισίωσής του με ικανά στελέχη, μακριά από τις τοπικές και προσωπικές αντιζηλίες, έχοντας πιθανόν υπόψη του, τόσο το σχέδιο οργανισμού της παιδείας, όσο και τη συμφωνία κυβέρνησης - Fabvier, προχώρησε, την 1η Ιουλίου 1828, στη σύσταση της Στρατιωτικής Σχολής.

Την οργάνωση της Σχολής την ανέθεσε στον συνταγματάρχη Heideck, γεγονός που πιθανόν να οφείλεται στο ότι ο Καποδίστριας δεν ήθελε μεγάλη ανάμειξη των Γάλλων στα ζητήματα του στρατού. Ο Κυβερνήτης έδωσε στους μαθητές της νεοσύστατης Σχολής το όνομα Ευέλπιδες.

Στις 28 Αυγούστου 1828, αποβιβάστηκε στη Μεθώνη το γαλλικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον Maison και, σχεδόν ταυτόχρονα, διατυπώθηκε πρόταση στον Καποδίστρια για την οργάνωση του τακτικού στρατού από Γάλλους στρατιωτικούς. Παράλληλα, θα αναλάμβαναν την υποχρέωση να καλύπτουν τις δαπάνες συντήρησης του Τακτικού στρατού, με την καταβολή μηνιαίων χρηματικών βοηθημάτων. Ο Κυβερνήτης δεν ήθελε την παράδοση του στρατού στους Γάλλους και διπλωματικά απέκρουσε την πρόταση. Ζήτησε από τον Maison την απόσπαση μερικών εκατοντάδων εθελοντών Φιλελλήνων, οι οποίοι θα εκπαίδευαν και θα ενίσχυαν τις ελληνικές δυνάμεις. Η γαλλική Κυβέρνηση ανέθεσε στον συνταγματάρχη Fabvier να πείσει τον Κυβερνήτη να αναλάβει o ίδιος την ηγεσία και οργάνωση του Τακτικού Σώματος και, παράλληλα , να προωθήσει την γαλλική πολιτική.Τον Δεκέμβριο του 1828 έφθασε ο Fabvier στον Κυβερνήτη και του επέδωσε επιστολή του Στρατάρχη Maison. Η αποστολή του Fabvier διέψευσε τις γαλλικές προσδοκίες. Ο Καποδίστριας για να τον αποφύγει ζήτησε από τον Γάλλο συνταγματάρχη να του δείξει τα σχέδια οργάνωσης, τα οποία δεν υπήρχαν. Ύστερα από αυτό, φρόντισε να συντάξει και δημοσιεύσει πάρα πολύ σύντομα τον οργανισμό του Τακτικού Σώματος (21 Δεκεμβρίου 1828), του οποίου το τέταρτο μέρος αναφερόταν στο «Λόχο τ?ν Ε?ελπίδων». Το υποτυπώδες πλαίσιο (ψήφισμα) ήταν ατελέστατο και με μεγάλη πιθανότητα θα οδηγούσε σε αποτυχία. Το τέταρτο μέρος του ψηφίσματος αναφερόταν στα «Περί τ?ν Ε?ελπίδων». Αποτελείτο από 14 άρθρα και έδινε μια πολύ ασαφή εικόνα του τρόπου λειτουργίας του «Λόχου τ?ν Ε?ελπίδων», όπως ονομάσθηκε.

Το ψήφισμα προσδιόριζε τον τρόπο εξόδου και την ονομασία των Ευελπίδων σε αξιωματικούς. Προέβλεπε ορισμένοι από τους μαθητές, με κριτήρια την ημερομηνία εισόδου, την καλή διαγωγή και την πρόοδο στα μαθήματα, να παίρνουν τον βαθμό του υπαξιωματικού Ευέλπιδος. Αυτοί, μετά από κάποια εκπαίδευση, θα περνούσαν στο Τακτικό Σώμα, εξερχόμενοι ως αξιωματικοί και θα κάλυπταν ένα μέρος των κενών θέσεων ως στελέχη.

Από την οργάνωση της εκπαίδευσης και από την διαδικασία εξόδου φαίνεται ότι δεν ήταν ξεκαθαρισμένα ζητήματα, όπως η διάρκεια των σπουδών, τα τυπικά προσόντα των υποψηφίων Ευελπίδων και τα παρεχόμενα μαθήματα. Η διεύθυνση της Σχολής ανατέθηκε στον Ιταλό υπολοχαγό Ρωμύλο Santelli. Η πρώτη αυτή απόπειρα λειτουργίας της Σχολής υπήρξε μάλλον ανεπιτυχής.
Ο Καποδίστριας, πριν από την κάθοδο του στην Ελλάδα, θεωρούσε απαραίτητη την παρουσία στρατιωτών, που θα συνέβαλαν στην απελευθέρωση των υποδούλων ακόμη εδαφών και, ταυτόχρονα, θα ήταν φορείς πολιτιστικής ανάπτυξης. Παρά τις προσπάθειές του, δεν κατόρθωσε να στρατολογήσει το κατάλληλο σώμα. Όταν βρέθηκε στο Παρίσι, τον Οκτώβριο του 1827, περιορίστηκε να ζητήσει 3-4 Γάλλους αξιωματικούς από τη γαλλική κυβέρνηση (Υπουργείο Πολέμου), για να τους χρησιμοποιήσει ως συμβούλους για την οργάνωση του στρατού στην Ελλάδα. Με υπόδειξη του γαλλικού υπουργείου Πολέμου, έφθασαν στην Ελλάδα ο επτανησιακής καταγωγής Σταμάτης Βούλγαρης, ο Auguste - Theod Garnot και ο γεωγράφος Jean-Pierre-Eugene- Felic Peytier. Αργότερα, τους ακολούθησε και ο Jean-Henry-Pierre-Augustin Pauzie-Banne (άπαντες ήταν απόφοιτοι της πολυτεχνικής σχολής της Γαλλίας) . Στον Pauzie ανατέθηκε η ίδρυση και διεύθυνση της Σχολής Πυροβολικού, στον Βούλγαρη η εκπόνηση του σχεδίου της Πάτρας και στον Peytier η εκπόνηση του σχεδίου της Κορίνθου.

Ο Pauzie, σε συνάντησή με τον Καποδίστρια, πρότεινε τη σύσταση Στρατιωτικού Πολυτεχνείου. Η συνάντηση των δύο ανδρών πρέπει να πραγματοποιήθηκε πριν τις 2 Δεκεμβρίου 1828. Η παραπάνω πρόταση πιθανόν να έγινε στα πλαίσια της γαλλικής πολιτικής προς την Ελλάδα, αν ληφθεί υπόψη ότι ο Καποδίστριας απαντά για την πρόταση αυτή στον προξενικό πράκτορα της Γαλλίας Αntoine de Juchereau de Saint-Denys και όχι στον Pauzie. Η θετική απάντηση του Κυβερνήτη, την περίοδο κατά την οποία είχε αποκλείσει την ανάμειξη των Γάλλων στην οργάνωση του τακτικού στρατού, δείχνει ότι η πρόταση εξυπηρετούσε τα ελληνικά συμφέροντα και ήταν σύμφωνη με τις αντιλήψεις του Καποδίστρια περί Παιδείας και,επιπλέον, εκτός από αξιωματικούς, το ελληνικό κράτος θα διέθετε μηχανικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την οικοδομική και συγκοινωνιακή ανασυγκρότηση της χώρας.

Στόχος της κυβέρνησης ήταν η Σχολή Ευελπίδων να εκπαιδεύσει, αρχικά, δημόσιους μηχανικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν κρατικά τεχνικά έργα (δημόσια κτήρια, οδοποιία, γεφυροποιία κτλ.) ή τη διεύθυνση των διαφόρων δημόσιων τεχνικών υπηρεσιών, όπως νομισματοκοπείο, αλυκές κτλ και δευτερευόντως, τεχνικούς αξιωματικούς, οι οποίοι θα αναλάμβαναν την οχύρωση της χώρας ή την ανάληψη εκτεταμένων επισκευών του τεχνικού στρατιωτικού υλικού (κυρίως των πυροβόλων.

Το επίπεδο σπουδών της Σχολής (Κεντρικό Πολεμικό Σχολείο) ήταν το ακόλουθο: η τρίτη (κατώτερη) και η δεύτερη τάξη παρείχαν γνώσεις δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, με την παρατήρηση όμως, ότι το μάθημα της Παραστατικής Γεωμετρίας στο δεύτερο έτος εισήγαγε τον μαθητή στην τριτοβάθμια. H διδασκαλία των τεχνικών μαθημάτων, της Μαθηματικής Μηχανικής και του Πυροβολικού στην πρώτη (μεγαλύτερη) τάξη καθιστούσε το περιεχόμενο της εκπαίδευσης τριτοβάθμιο.

Το 1834, με την αλλαγή του Οργανισμού, τα έτη σπουδών αυξήθηκαν στα οκτώ και προστέθηκαν πολλά νέα μαθήματα, με συνέπεια, η παρεχομένη στη Σχολή Ευελπίδων εκπαίδευση, να μπορεί να ενταχθεί στην τριτοβάθμια εκπαίδευση.

Μετά την έξωση του Όθωνα το 1862 και την άφιξη του Γεωργίου το 1863, άλλαξε ο Οργανισμός της Σχολής. Το 1864 δημοσιεύθηκε νέος Οργανισμός, σύμφωνα με τον οποίο οι τάξεις περιορίσθηκαν σε έξι, για τους προοριζόμενους στα τεχνικά όπλα (Πυροβολικό και Μηχανικό), και σε τέσσερις για τα μη τεχνικά (Πεζικό). Οι τρεις πρώτες τάξεις ονομάστηκαν προπαιδευτικές και ήταν κοινές για όλους τους Ευέλπιδες. Για πρώτη φορά καθορίσθηκαν εισαγωγικές εξετάσεις (τα μαθήματα των εισιτηρίων εξετάσεων ήταν Θρησκευτικά, Κατήχηση, Ελληνική Γλώσσα, Αριθμητική, Άλγεβρα και Γεωμετρία). Οι έδρες των μαθημάτων αυξήθηκαν σε 13.

Ο ανωτέρω Οργανισμός διατηρήθηκε σε ισχύ μόνο για περίπου δυο χρόνια, με αποτέλεσμα το 1866 (31 Οκτωβρίου) να εκδοθεί νέος. Σύμφωνα με τον καινούργιο Οργανισμό η διδασκαλία ήταν κατανεμημένη σε πέντε τάξεις: τρεις προπαιδευτικές και δύο εκπαιδευτικές. Στις πρώτες, η εκπαίδευση αφορούσε γενικά μαθήματα, ενώ στις δυο τελευταίες στρατιωτικά. Ο Οργανισμός του 1866 διατηρήθηκε μόνο για ένα χρόνο. Τον Ιούλιο του 1867 διακόπηκε η λειτουργία της Σχολής και οι Ευέλπιδες έμειναν στα σπίτια τους μέχρι να εκδοθεί νέος Οργανισμός.
Το 1870 εκδόθηκε ο νέος Οργανισμός. Οι τάξεις αυξήθηκαν σε επτά. Οι πρώτες πέντε αφορούσαν στη διδασκαλία των φυσικομαθηματικών μαθημάτων, μετά το πέρας των οποίων προβλεπόταν απολυτήριες εξετάσεις, ώστε οι επιτυχόντες να λαμβάνουν, εάν το επιθυμούσαν, δίπλωμα φυσικομαθηματικών σπουδών με δικαίωμα άσκησης του επαγγέλματος του καθηγητή ή του πολιτικού γεωμέτρη (πιθανόν να πρόκειται για τοπογράφους). Αυτοί που θα συνέχιζαν στις άλλες δυο τάξεις θα διδάσκονταν στρατιωτικά μαθήματα. Ως στρατιωτικά μαθήματα λογίζονταν η Αρχιτεκτονική, Συνθέσεις Αρχιτεκτονικής, Εφαρμοσμένη Μηχανική, Γεφυροποιία, Πυροβολική, Πολεμική Τέχνη, Οχυρωτική, Οδοποιία, κτλ. Από τη σύγκριση των προαναφερθέντων στρατιωτικών μαθημάτων με αυτά των φυσικομαθηματικών μαθημάτων, φαίνεται ότι τα πρώτα ήταν εφαρμοσμένα, ενώ τα δεύτερα περισσότερο θεωρητικά.

Ο Οργανισμός αλλάζει για άλλη μια φορά το 1882. Η εκπαίδευση μειώθηκε στα πέντε έτη και συμπεριλάμβανε δύο περιόδους, των φυσικομαθηματικών επιστημών ή θεωρητικό τμήμα και των στρατιωτικών επιστημών ή τμήμα εφαρμογής. Η διάρκεια της πρώτης περιόδου (θεωρητικό τμήμα) ήταν τα τρία πρώτα έτη και του τμήματος εφαρμογής τα δύο τελευταία.

Σύμφωνα με τον Οργανισμό του 1882, οι καθηγητές των επιστημονικών μαθημάτων μπορούσαν, αν το θεωρούσαν αναγκαίο, να υποχρεώσουν τους Ευέλπιδες να κρατούν σημειώσεις, είτε την ώρα της παράδοσης, είτε να αντιγράφουν τις σημειώσεις που θα έδιναν στις ώρες της μελέτης.

Το τι συνέβη στη Σχολή Ευελπίδων κατά τον Ατυχή Πόλεμο του 1897 μας το περιγράφει ο Στρατηγός Στυλιανός Γονατάς (Απομνημονεύματα Στυλιανού Επ. Γονατά): «?λίγον πρίν τελειώσουν τά μαθήματα τ?ς τελευταίας τάξεως ?κηρύχθη ο ?λληνο-τουρκικός πόλεμος του 1897, ?ξ ?φορμ?ς τ?ς ?λυτρώτου τότε ?κόμη Κρήτης, καί ο?τω διεκόπησαν τά μαθήματα μας. ? πρ?ην ?μως διοικητής μας καί τότε ?πουργός τ?ν Στρατιωτικ?ν Νικολάος Μεταξ?ς δέν ?θέλησε νά ?ξέλθωμεν ?ξιωματικοί καί νά μετάσχωμεν το? Πολέμου, ?ν? ? στρατός ε?χε μεγίστην ?νάγκην ?ξιωματικ?ν, καί το?το διότι ?πό τ?ν πρώτων ?μερ?ν ?λαβε δυσμεν? διά τά ?λληνικά ?πλα τροπήν καί κατέληξε τελικ?ς ε?ς τήν ?τταν τ?ς ?λλάδος. ?χρησιμοποιήθημεν ?μως ?ς προγυμνασταί τ?ν ?θελοντ?ν καί τ?ν νεοσυλλέκτων ε?ς τά ?ν ?θήναις ?μπεδα……..

Μετά τήν ?νακωχήν καί τήν ?ριστικήν συνθηκολόγησιν μετά τ?ς Τουρκίας ε?σήλθομεν πάλιν ε?ς τήν Σχολήν, ?περατώσαμεν τά ?λίγα μαθήματα τά ?πο?α ?πέμεναν καί κατόπιν ?ξετάσεων ?νομάσθημεν ?νθυπολοχαγοί τήν 10ην Νοεμβρίου το? 1897, καταταγέντες ?λοι ?ποχρεωτικ?ς ε?ς τό Πεζικόν…».

Στους Βαλκανικούς Πολέμους η Σχολή διέκοψε τη λειτουργία της για έξι περίπου μήνες. Οι Ευέλπιδες κατατάγηκαν στο στράτευμα και έλαβαν μέρος στις επιχειρήσεις. Από αυτούς έπεσαν ηρωικά ο ανθυπολοχαγός πεζικού Προκόπιος Προκοπάκης, οι ανθυπασπιστές Συμεών Μαλαμής και Άγγελος Μήττας και ο λοχίας Εύελπις Σκαρλάτος Ρουσσέτης (υπάρχει το άγαλμά του στην είσοδο του διοικητηρίου) Για όλο τον 19ο αιώνα, οι απόφοιτοι της Σχολής αποτέλεσαν μέλη της κοινωνικής ομάδας, η οποία ήταν συγκροτημένη από άτομα με τεχνική εξειδίκευση που κατείχαν καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό και την κρατική γραφειοκρατία. Η ομάδα αυτή συνετέλεσε αποφασιστικά στην οργάνωση του κράτους, στη διαμόρφωση και στην κατανομή της εξουσίας. Οι απόφοιτοι της Σχολής, παρότι δεν έχουν να επιδείξουν κανένα στρατιωτικό κατόρθωμα, συνέβαλαν στη διαμόρφωση της εξουσίας κατά τον 19ο αιώνα και απετέλεσαν κύριο παράγοντα της εκτέλεσης των δημοσίων έργων, καθώς και της οργάνωσης της τεχνικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα. (Ανδρέας Καστάνης, Η διδασκαλία της Παραστατικής Γεωμετρίας στη Σχολή Ευελπίδων) Ο Ατυχής Πόλεμος (1897) κλόνισε το ηθικό των στρατιωτικών. Το 1904 πολλοί νέοι αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, ακολουθώντας το παράδειγμα του Παύλου Μελά, ανέλαβαν δράση στη Μακεδονία, με αποτέλεσμα να τονωθεί εκ νέου το ηθικό τους.Ωστόσο η ανάμειξη της βασιλικής οικογένειας στη διοίκηση του Ελληνικού Στρατού προκάλεσε μεγάλη αναστάτωση στα στελέχη και κυρίως στους υπαξιωματικούς, στους οποίους, με νόμο που ετοίμαζαν, απαγορευόταν η προαγωγή υπαξιωματικών (πολλοί είχαν πολεμήσει στο Μακεδωνικό Αγώνα) στο βαθμό του αξιωματικού. Το γεγονός αυτό, καθώς και η επικείμενη αναμέτρηση της Ελλάδας με την Τουρκία αποτέλεσαν τα βασικά αίτια της στρατιωτικής επέμβασης (Στρατιωτικός Σύνδεσμος) του 1909. Βασικός στόχος της επέμβασης, πέρα από τις επαγγελματικές βλέψεις των στρατιωτικών, ήταν η πολεμική αναδιοργάνωση του Ελληνικού Στρατού. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, τον Ιανουάριο του 1911, ήρθε η γαλλική στρατιωτική αποστολή με επικεφαλής τον στρατηγό Eydoux. Στις Σχολές Ευελπίδων και Υπαξιωματικών (Η Σχολή Υπαξιωματικών ήταν σχολή παραγωγής αξιωματικών του πεζικού, ιππικού και επιμελητίας. Ονομάσθηκε Σχολή Υπαξιωματικών επειδή φοιτούσαν αποκλειστικά υπαξιωματικοί του Ελληνικού Στρατού) τοποθετήθηκε διοικητής ο μετέπειτα στρατηγός Κωνσταντίνος Καλλάρης, ο οποίος πρότεινε τη δημιουγία ενιαίας στρατιωτικής σχολής (συγχώνευση των σχολών Ευελπίδων και Υπαξιωματικών) με αύξηση των φοιτούντων σε 240. Στο σχέδιο προβλεπόταν η δυνατότητα στους υπαξιωματικούς να εισαχθούν στη Σχολή Ευελπίδων. Η διάρκεια σπουδών προτάθηκε να είναι τέσσερα έτη, από τα οποία τα δύο πρώτα θα αφορούσαν την θεωρητική εκπάιδευση και τα δύο τελευταία την στρατιωτική. Παράλληλα, ο Καλλάρης ζητούσε την αύξηση των αρμοδιοτήτων του διοικητή της Σχολής και την υπαγωγή του Σχολείου στην πολιτική ηγεσία του Υπουργείου των Στρατιωτικών (Διονύσης Μοσχόπουλος, Ο στρατηγός Κωνσταντίνος Κάλλάρης και η εποχή του (1858-1940)).
Οι απόψεις του Καλλάρη συμπίπτουν με αυτές των αξιωματικών της γαλλικής αποστολής, με συνέπεια να αποφασισθεί η εκπαίδευση των Ευελπίδων να γίνει συντομότερη, λιγότερο θεωρητική και περισσότερο πρακτική. Αυτή η απόφαση είχε ως αποτέλεσμα να εγκαταλειφθεί το πρότυπο της Ecole Polytechnique και να ακολουθηθεί η άλλη γαλλική στρατιωτική σχολή της Saint Cyr, η οποία εκπαίδευε αξιωματικούς του πεζικού και ιππικού της Γαλλίας. Η αλλαγή αυτή είχε άμεση επίπτωση στο ελληνικό ανώτατο εκπαιδευτικό σύστημα. Το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο καθίσταται για πρώτη φορά από την ίδρυση του «?σότιμον πρός τά ?ν ?θήναις Πανεπιστήμια και ?εραρχικώς τίθεται ?μέσως μετά τά Πανεπιστήμια τα?τα» (Κώστας Μπίρης, Ιστορία του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου).

Ο οργανισμός του 1914 προέβλεπε να γίνονται δεκτοί Ευέλπιδες απόφοιτοι γυμνασίου κατόπιν εξετάσεων. Αν ο υποψήφιος προερχόταν από ιδιώτες,τότε,όφειλαν να φοιτήσουν για ένα έτος στο ειδικό «Προπαρασκευαστικό λόχον ?ποψηφίων Ε?ελπίδων», προκειμένου να λάβουν την απαιτούμενη στρατιωτική εκπαίδευση. Στη συνέχεια, θα παρακολουθούσαν όλοι μαζί, ιδιώτες και υπαξιωματικοί, τα μαθήματα στη Σχολή για δύο έτη. Ο αριθμός των εισακτέων ανήλθε στους 280. Στην πράξη πιθανόν να μη λειτούργησε ο «προπαρασκευαστικός λόχος» το 1914. Αργότερα, όπως φαίνεται από τα απομνημονεύματα του στρατηγού Καραβία, ο «λόχος» αυτός έλαβε σάρκα και οστά. Το 1920 θεωρήθηκε ως η 1η τάξη της Σχολής Ευελπίδων, χωρίς όμως να χάσει την πρακτική σημασία του.

Η ανώμαλη πολιτική κατάσταση που ακολούθησε ήταν φυσικό να επηρεάσει τη λειτουργία της Σχολής. Ο σχηματισμός Προσωρινής Κυβέρνησης από τον Ελευθέριο Βενιζέλο στη Θεσσαλονίκη (1916) οδήγησε έναν αριθμό Ευελπίδων να εγκαταλείψουν τη Σχολή και να προσχωρήσουν στον Στρατό της Εθνικής Άμυνας.

Το 1920 η διάρκεια φοίτησης στη Σχολή ήταν τριετής, συμπεριλαμβανομένου και του χρόνου παραμονής στον προπαρασκευαστικό λόχο. Ο στρατηγός Καραβίας αναφέρει για τη φοίτηση του στη Σχολή: «? ?κπαίδευσις ε?ς τήν Σχολήν ?π?ρξεν ?ντατική καί σκληρή, διότι ? 4 ?τ?ν φοίτησις πού προεβλέπετο, συνεπτύχθη ε?ς δύο, λόγ? τ?ς πολεμικ?ς τότε περιόδου καί τ?ς ?λλείψεως στελεχ?ν. Ε?ς τήν τάξιν μου ?φοίτων 70 ε?έλπιδες, ?λοι προερχόμενοι ?κ καλ?ν ο?κογενει?ν τ?ς ?ποχ?ς ?κείνης …….. ? Πολιτικός Διχασμός τότε ε?ς Κωνσταντινικούς καί Βενιζελικούς ε?χεν ?πιδράσει καί ε?ς τήν τάξιν μου. Ε?μεθα διηρεμένοι, ?λλά ε?χεν ?ναπτυχθ? τό πνε?μα τ?ς τάξεως, τό ?πο?ον καί διετηρήθη μέχρι τ?ς ?ποχωρήσεως μας ?κ το? Στρατεύματος, ?λλά καί κατά τόν πολιτικόν μας βίον ?πάρχει ?κόμη ? ?λληλεγγύη. ….» Η πλειονότητα των εξερχομένων (κυρίως η τάξη του 1922) από τη Σχολή τοποθετείτο στη Στρατιά της Μικράς Ασίας, ένας μικρός αριθμός στη Στρατιά της Θράκης και λίγοι για την προκάλυψη της Μακεδονίας. Το 1924 η φοίτηση στη Σχολή Ευελπίδων αυξήθηκε στα τέσσερα έτη, ενώ λειτούργησε εκ νέου η Σχολή Υπαξιωματικών. Το 1925 επανήλθε η μπλε στολή του Ευέλπιδος, η οποία είχε καταργηθεί από τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο για άγνωστους λόγους. Κατά το πρώτο έτος εφαρμογής του σχετικού διατάγματος (1924) διαπιστώθηκε ότι το εκπαιδευτικό υπόβαθρο των νεοεισαχθέντων Ευελπίδων δεν ήταν καλό. Οι λόγος ήταν ότι οι εισαγωγικές εξετάσεις ήταν πολύ εύκολες και πολλά πιστοποιητικά σπουδών δεν ήταν αξιόπιστα (πολλοί Ευέλπιδες προερχόμενοι από τη Μ. Ασία δεν είχαν μαζί τους τα απαραίτητα έγγραφα. Το υπουργείο Στρατιωτικών έδωσε τη δυνατότητα με βεβαιώσεις δύο μαρτύρων οι υποψήφιοι να αποδεικνύουν ότι είχαν τελειώσει την τρίτη ή τετάρτη τάξη του γυμνασίου). Η διοίκηση για τη θεραπεία αυτής της κατάστασης υπέβαλε σε ειδική εξέταση τους νεοεισαχθέντες Ευέλπιδες. Οι επιτυχόντες θα πήγαιναν στην πρώτη τάξη, ενώ οι αποτυχόντες θα παρέμεναν στην προπαρασκευαστική για ένα επιπλέον έτος. Η τετραετής φοίτηση περιλάμβανε ακαδημαϊκά και στρατιωτικά μαθήματα πεδίου.

Ο Κυριάκος Παπαγεωργόπουλος (Κυριάκος Παπαγεωργόπουλος, Μνήμες πολέμου και ειρήνης, τ. Α, εκδ Δήλος, Αθήνα, 1995) αναφέρει για την επιλογή των Όπλων (1927): «Την εποχή εκείνη διαλέγαμε τα Όπλα μας όταν τελειώναμε την προτελευταία τάξη (την τρίτη τάξη δηλαδή) και στην τελευταία κάναμε ειδίκευση, δηλαδή θεωρητικά μαθήματα το πρωί και γυμνάσια του Όπλου μας το απόγευμα, ώστε όταν τελειώναμε τη Σχολή και πηγαίναμε στα συντάγματα να είμαστε καλά προετοιμασμένοι. Για να διαλέξεις το Όπλο σου υπέβαλες μια αναφορά που έγραφες με τη σειρά ποια Όπλα προτιμούσες, δηλαδή π.χ Πεζικό, Πυροβολικό, Ιππικό και Μηχανικό γιατί το Όπλο των Διαβιβάσεων δεν υπήρχε τότε και τις επικοινωνίες τις είχε το Μηχανικό. Ανάλογα με τη σειρά της επιτυχίας σου στο τέλος της τρίτης τάξης πετύχαινες το πρώτο ή το δεύτερο Όπλο που διάλεξες και αν ήσουν από τους «πάτους», όπως λέγαμε τους τελευταίους, σε έριχναν όπου υπήρχαν κενά, εκεί δηλαδή που δεν είχαν διαλέξει οι άλλοι και που ήταν συνήθως το δύσμοιρο Πεζικό».
Για όλο το διάστημα από το 1914 μέχρι το 1923 η ποιότητα της εκπαίδευσης των Ευελπίδων υπήρξε πλημμελής, για λόγους κάλυψης επιστρατευτικών ή εκπαιδευτικών αναγκών του Ελληνικού Στρατού. Η φοίτηση ήταν τριετής κατά το χρονικό διάστημα 1834 - 1940, με κύρια κατεύθυνση να μην μειωθούν οι ώρες των διδασκομένων μαθημάτων. Η περίοδος του μεσοπολέμου (ειδικότερα, η διοίκηση του υποστράτηγου Γ. Δελαγραμμάτη υπήρξε αξιομνημόνευτη και παράδειγμα προς μίμηση) θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως μια γόνιμη περίοδος. Συγκεκριμένα απονεμήθηκε στη Σχολή πολεμική σημαία και καθιερώθηκε ο επίσημος τίτλος της «Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων» που ισχύει μέχρι σήμερα, αναγέρθηκε το «Ηρώον της Σχολής», δημιουργήθηκε ένα στρατιωτικό μουσείο ,το οποίο ήταν το μοναδικό σε ολόκληρη την Ελλάδα και διαρρυθμίσθηκαν δύο αίθουσες: η αίθουσα των Επάθλων και η Αίθουσα Τιμών.

Ο Στρατηγός Μπερδέκλης (Γεώργιος Μπερδέκλης, Αναμνήσεις ενός Ευέλπιδος (1940-1944), εκδ Παπαζήση, Αθήνα, 1995) αναφέρει τα ακόλουθα για τα συμβάντα στη Σχολή Ευελπίδων την ημέρα κήρυξης του Ελληνοϊταλικού Πολέμου: «Το πρωί της 28ης Οκτωβρίου σχεδόν πριν ξημερώσει έγιναν ξανά όλα όπως την κάθε φορά. Ξυπνήσαμε με το εγερτήριο και με τις συνηθισμένες αγριοφωνάρες των τριτοετών να κάνουμε σβέλτα, πήγαμε τροχάδην στο γυμναστήριο για την πρωινή γυμναστική, γυρίσαμε ύστερα με άλλο σάλπιγμα, στο εστιατόριο, πήραμε το πρωινό μας ρόφημα –τσάϊ πάντα μ’ ελάχιστο ψωμί- και κατόπιν, νύχτα σχεδόν βρεθήκαμε, καθώς και οι Ευέλπιδες, των δύο άλλων τάξεων στα μελετητήρια για την πρωινή μελέτη. Άκρα ησυχία επικρατούσε, σ’όλες τις αίθουσες την ώρα της μελέτης.

Λίγα λεπτά πριν σημάνει η σάλπιγγα για τη λήξη της μελέτης, η ησυχία που επικρατούσε στα μελετητήρια, διακόπηκε από τους ήχους των σειρήνων της Πρωτεύουσας και από τις ζητωκραυγές των Ευελπίδων της ΙΙΙης τάξης στους οποίους είχε ανακοινωθεί από τη Σχολή η κήρυξη του Πολέμου και η τοποθέτησή των στις Μονάδες του Στρατού Εκστρατείας ως Ανθυπολοχαγών. …..» Σύντομα και οι Ευέλπιδες της ΙΙας τάξης, εκτός από ένα μικρό αριθμό που έμεινε στη Σχολή για τις ανάγκες λειτουργίας της, εξήλθαν προσωρινά στο στράτευμα ως Ανθυπασπιστές- Ευέλπιδες και τοποθετήθηκαν σε έμπεδα ή σε μάχιμες μονάδες. Στους Ευέλπιδες της Ιης τάξης (τάξη 1943) δόθηκε άδεια. Επανήλθαν στη Σχολή περί τα μέσα Νοεμβρίου για να συνεχίσουν την εκπαίδευση τους. Εξαιτίας του πολέμου το πρόγραμμα φοίτησης προβλέφθηκε να είναι σύντομο με κύριο βάρος τη στρατιωτική εκπαίδευση. Η κατάσταση άλλαξε στις 6 Απριλίου 1941. Η Γερμανία επιτέθηκε εναντίον της Ελλάδας. Μετά από ένα δεκαήμερο, όταν οι Γερμανοί εξουδετέρωσαν την ηρωική αντίσταση των ελληνικών δυνάμεων που μάχονταν στα οχυρά, οι Ευέλπιδες αποφάσισαν να αναχωρήσουν για τις Θερμοπύλες ,όπου μαζί με τους Βρετανούς θα λάβαιναν μέρος στην άμυνα κατά των Γερμανών. Δυστυχώς, η απόφαση αυτή δεν υλοποιήθηκε εξαιτίας της ραγδαίας εξέλιξης των γεγονότων. Το επόμενο διάστημα οι συζητήσεις για συνέχιση του αγώνα στην Πελοπόννησο ή και εντός της ηπειρωτικής Ελλάδας αποτελούσαν το θεμέλιο για κάθε απόφαση. Όταν, στις 23 Απριλίου 1941, υπογράφηκε η σύμβαση συνθηκολόγησης ανάμεσα στον Τσολάκογλου και τους Γερμανούς, δόθηκε διαταγή από την Ανωτέρα Στρατιωτική Διοίκηση Αθηνών να εκτελέσουν οι Ευέλπιδες αστυνομικά καθήκοντα για την τήρηση της τάξης, κατά την είσοδο των Γερμανών στην Αθήνα. Οι Ευέλπιδες δεν δέχθηκαν να εκτελέσουν αυτήν τη διαταγή και πήραν την απόφαση να συνεχίσουν τον αγώνα κατά των κατακτητών στην Κρήτη. Την ημέρα αυτή παρέλαβαν τη σημαία της Σχολής και τον οπλισμό τους (τυφέκια Μάουζερ με 30-50 φυσίγγια για κάθε Εύελπι, ένα βαρύ πολυβόλο και πέντε οπλοπολυβόλα τύπου Λεμπέλ) και, μετά από περιπετειώδη κάθοδο, έφθασαν, στις 29 Απριλίου, στην Ιερά Μονή Γωνιάς στο Κολυμπάρι της Κρήτης. Κατά το διάστημα, από 23 Απριλίου μέχρι 20 Μαΐου, η Σχολή ετοιμάσθηκε για την αντίσταση εναντίον των Γερμανών. Η εκπαίδευση για την υλοποίηση του σχεδίου της άμυνας υπήρξε εντατική.
Την 20 Μαΐου εκδηλώθηκε η επίθεση των Γερμανών στην Κρήτη. Ο Στρατηγός Ευθύμιος Καραγιάννης σε ομιλία του για τα 50 χρόνια από την μάχη της Κρήτης (Εύελπις, Νοέμβριος 1991) αναφέρει : «Ήταν περίπου 7 το πρωί της 20ης Μαΐου, όταν την επικρατούσα γαλήνη διέκοψε η σήμανση του συναγερμού.

Δεν δώσαμε ιδιαίτερη σημασία. Άλλωστε, πλην μιας Διμοιρίας επιφυλακής, όλοι οι άλλοι είμεθα άοπλοι, διότι την προηγουμένη ημέρα είχαμε παραδώσει τα όπλα μας, εν όψει της αναχωρήσεως μας για τις Μονάδες που προοριζόμεθα (την 20 Μαΐου οι Ευέλπιδες θα εξέρχονταν της Σχολής ως Ανθυπασπιστές και θα επάνδρωναν τα Συντάγματα της Κρήτης).

Σε λίγο, βλέπουμε ατελείωτες φάλαγγες αεροπλάνων να έρχονται από την κατεύθυνση της θάλασσας, που όσο πλησίαζαν, άλλαζαν σχηματισμούς και κατευθύνονταν στους στόχους των. Κατόπιν εντολής παραλάβαμε αμέσως τα όπλα μας. Χωρίς να καταλάβουμε περί τίνος ακριβώς επρόκειτο, συνειδητοποιήσαμε το μεγάλο κίνδυνο που διατρέχαμε από τις τρομερές εκρήξεις που ακούγαμε από την περιοχή του αεροδρομίου Μάλεμε και από τους πολυβολισμούς που δεχόμασταν εμείς καθώς τρέχαμε για τις θέσεις μάχης μας. Η διάταξη που είχαμε λάβει είχε τη μορφή ολοπλεύρου αμύνης για να καλυπτόμαστε απ’ όλες τις κατευθύνσεις.

Σε λίγο άρχισε η ρίψης αλεξιπτωτιστών, από τα μεταγωγικά αεροπλάνα, που ακολούθησαν σε δεύτερο κύμα, με τον κύριο όγκο να πίπτει στην περιοχή του Μάλεμε και, λιγότερους, προς την πλησιέστερη προς εμάς περιοχή. Ήταν η πρώτη φορά που θα χρησιμοποιούσαμε τα απαρχαιωμένα όπλα μας και είχαμε πολλές αμφιβολίες αν θα λειτουργούσαν την κατάλληλη στιγμή. Ο Γερμανικός κλοιός σφίγγει και ο αγώνας αρχίζει. Με θαυμαστή ψυχραιμία αλλά και με άγνοια του κινδύνου, τους αφήνουμε να πλησιάσουν, τους αιφνιδιάζουμε με τα εύστοχα πυρά μας και τους προξενούμε σοβαρές απώλειες. Τους απασχολούμε έτσι όλη την ημέρα και δεν τους επιτρέπουμε ν’ απαγκιστρωθούν και να μεταβούν προς την περιοχή Μάλεμε, όπου εμαίνετο η κύρια μάχη. …». Την πρώτη ημέρα του αγώνα, η Σχολή είχε τον πρώτο νεκρό. Ήταν ο Εύελπις Ι Νικόλαος Ιατρούλης. Το μεσημέρι της ίδιας ημέρα σκοτώθηκε ο Εύελπις Ι Γεώργιος Κουβελίδης και τραυματίσθηκαν οι: Ευέλπιδες Ι Μιαούλης Ελευθέριος, Μουζάκης Αντώνιος, Παπαδημητρίου Δημήτριος και Σωτηρακόπουλος Χρήστος.
Το απόγευμα της ίδιας ημέρας άρχισαν οι νυκτερινές πορείες. Την νύχτα 27 προς 28 Μαΐου, η Σχολή είχε φθάσει περί τα 25 χιλιόμετρα από τα Σφακιά, όπου διαπιστώθηκε ότι η φυγή ήταν αδύνατη. Εκεί, ο διοικητής της Σχολής διέταξε «τους ζυγούς λύσατε» διαλύοντας τη ΣΣΕ. Από το σύνολο των Ευελπίδων, οι 100 περίπου συνελήφθηκαν από τους Γερμανούς ως αιχμάλωτοι. Ένα μικρός αριθμός, περίπου 15, διέφυγε στη Μέση Ανατολή και οι υπολοιποι, φιλοξενούμενοι από κατοίκους της περιοχής, κατάφεραν να επιστρέψουν στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Στις 6 Οκτωβρίου 1945, η Σχολή Ευελπίδων παρέλαβε τις πολεμικές Σημαίες της ΣΣΕ και του 70ου Συντάγματος Πεζικού και τις τοποθέτησε ευλαβικά στο στρατιωτικό μουσείο της. Στις 26 Ιανουαρίου 1946, η Πολεμική Σημαία της παρασημοφορήθηκε με τον Ταξιάρχη του Αριστείου Ανδρείας δια την ηρωική δράση των 300 Ευελπίδων. Κατά τη διάρκεια της κατοχής, ορισμένοι Ευέλπιδες πολέμησαν στη Μέση Ανατολή , άλλοι έδωσαν τη μάχη εναντίον του κατακτητή μέσα από τις γραμμές της Εθνικής Αντίστασης (Αρχεία της Εθνικής Αντίστασης, τ. 1-8, εκδ ΔΙΣ, Αθήνα 1998) και μια τρίτη κατηγορία παρακολούθησε μαθήματα στα πανεπιστήμια των Αθηνών και της Θεσσαλονίκης.

Η Σχολή Ευελπίδων επαναλειτούργησε αμέσως μετά την απελευθέρωση (19 Οκτωβρίου 1944), με μαθητές τους Ευέλπιδες Ι και ΙΙ τάξης που φοιτούσαν πριν από τον πόλεμο. Σύντομα, το νέφος του Εμφυλίου Πολέμου (Δεκεμβριανά 1944) έφθασε και στο χώρο της Σχολής, ο οποίος για τρεις ημέρες μετατράπηκε σε πεδίο μάχης. Τελικά, οι Ευέλπιδες αποχώρησαν από το χώρο της Σχολής με απώλειες δύο νεκρούς (Υπολοχαγός Αθανάσιος Ράντος και Εύελπις Δημήτριος Πούλος) και 17 τραυματίες.

Η ΣΣΕ άρχισε να λειτουργεί εκ νέου τον Αύγουστο του 1945. Ο χρόνος φοίτησης περιορίστηκε, για τους Ευέλπιδες τους προερχόμενους από ιδιώτες σε δύο χρόνια και για τους προερχομένους από υπαξιωματικούς σε έξι μήνες. Ο περιορισμός αυτός οφειλόταν στη μεγάλη ανάγκη που είχε ο Ελληνικός Στρατός σε μικρά στελέχη. Με νόμο του 1949, η φοίτηση στη Σχολή αυξήθηκε για όλους στα τρία χρόνια. Από τον Ιανουάριο του 1952 επανήλθε η μπλε στολή και οι Ευέλπιδες έφεραν ξιφίδιο (αντικατέστησε την ξιφολόγχη Μάλιγχερ). Αργότερα, το 1961/1962, η παρεχόμενη εκπαίδευση θεωρήθηκε ισότιμη με τα υπόλοιπα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, η φοίτηση στη Σχολή έγινε τέσσερα χρόνια και ιδρύθηκε «Πτέρυγα Ευελπίδων Αξιωματικών Σωμάτων».

Το 1978 εορτάσθηκαν με ιδιαίτερη λαμπρότητα, παρουσία του Προέδρου της Δημοκρατίας Κωνσταντίνου Τσάτσου, τα 150 χρόνια λειτουργίας της Σχολής. Στις 2 Σεπτεμβρίου 1982 ,η Σχολή μεταστάθμευσε στο σύγχρονο στρατόπεδό της, στη Βάρη Αττικής. Το επόμενο έτος καθιερώθηκε η είσοδος των Ευελπίδων μέσα από τη διαδικασία των πανελληνίων εξετάσεων, όπως σε όλα τα υπόλοιπα ΑΕΙ της χώρας. Το 1991, η Σχολή δέχθηκε τις πρώτες τρεις γυναίκες – Ευέλπιδες. Το νομικό πλαίσιο που ψηφίσθηκε το 2003 καθιστά τη Σχολή ουσιαστικά ισότιμη με τα Πανεπιστήμια της χώρας.

ΣΣΑΣ

http://www.ssas.gr


Γενικά

α. Έδρα της ΣΣΑΣ
Η έδρα της Σχολής βρίσκεται στη Θεσσαλονίκη.

β. Επιστημονικά πεδία στα οποία ανήκει η ΣΣΑΣ
Η Σχολή διαιρείται σε δύο πτέρυγες εκ των οποίων:

(1) Η Πτέρυγα Υγειονομικού στην οποία εντάσσονται τα Τμήματα: Ιατρικού, Οδοντιατρικού, Φαρμακευτικού, Κτηνιατρικού που ανήκουν στο Επιστημονικό Πεδίο των Επιστημών Υγείας και το Τμήμα Ψυχολόγων που ανήκει στο Επιστημονικό Πεδίο Ανθρωπιστικών, Νομικών, Κοινωνικών Επιστημών.

(2) Η Πτέρυγα των άλλων Σωμάτων στην οποία εντάσσονται τα Τμήματα Στρατολογικού και Οικονομικού, που ανήκουν στα Επιστημονικά Πεδία των Ανθρωπιστικών, Νομικών, Κοινωνικών Επιστημών και στις Επιστήμες Οικονομίας και Διοίκησης αντίστοιχα.

γ. Διάρκεια φοιτήσεως και χρόνος Υποχρεωτικής Παραμονής στο Στράτευμα μετά την Αποφοίτηση.
(1) Η φοίτηση διαρκεί 6 χρόνια για το Ιατρικό, 5 για το Κτηνιατρικό, Οδοντιατρικό και Φαρμακευτικό Τμήμα και 4 χρόνια για το Οικονομικό, Στρατολογικό και Ψυχολογικό Τμήμα.
(2) Οι απόφοιτοι της Σχολής είναι υποχρεωμένοι μετά την αποφοίτησή τους να μείνουν στο στράτευμα: Οι Ιατροί 12 χρόνια, οι Κτηνίατροι, Οδοντίατροι και Φαρμακοποιοί 10 χρόνια και οι Οικονομικοί, Στρατολόγοι και Ψυχολόγοι 8 χρόνια.

δ. Ειδικότητες και χρόνος εντάξεως σ' αυτές.
Οι μαθητές- τριες της Σχολής έχουν από τη στιγμή της φοιτήσεώς των τις ειδικότητες των Τμημάτων αυτής, εις τα οποία πρόκειται να φοιτήσουν ως επιτυχόντες- ουσες των Πανελληνίων Εξετάσεων ή του Ενιαίου Λυκείου.

ε. Γενικά Θέματα παρεχομένης Εκπαιδεύσεως και Ευκολιών στη Σχολή.
Η εκπαίδευση των μαθητών- τριων είναι Ακαδημαϊκή και Στρατιωτική. Η Ακαδημαϊκή εκπαίδευση πραγματοποιείται στις αντίστοιχες Σχολές του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλλονίκης, εκπαιδεύονται σε αυτό όπως όλοι οι άλλοι ιδιώτες φοιτητές και έχουν τις ίδιες με αυτούς υποχρεώσεις. Η στρατιωτική εκπαίδευση διεξάγεται στις εγκαταστάσεις της Σχολής.

στ. Βαθμός Αποφοιτήσεως.
Οι σπουδαστές- τριες που παίρνουν το πτυχίο της Σχολής του Πανεπιστημίου, στην οποία φοιτούν και τελειώνουν με επιτυχία τη στρατιωτική τους εκπαίδευση, αποφοιτούν από τη ΣΣΑΣ και ονομάζονται Ανθυπολοχαγοί, Σημαιοφόροι ή Ανθυποσμηναγοί ανάλογα με τον κλάδο των Ενόπλων Δυνάμεων στον οποίο κατανέμονται.

ζ. Όλα τα έξοδα φοίτησης και διαμονής βαρύνουν το Δημόσιο και επιπλέον λαμβάνουν μηνιαίο χρηματικό βοήθημα.

η. Ηλεκτρονική Διεύθυνση
Η ηλεκτρονική διεύθυνση της Σχολής στο INTERNET : www.ssas.gr

θ. Ταχυδρομική Διεύθυνση
Πλήθωνος Γεμιστού 1 Τ.Κ. 54638
Πληροφορίες στα τηλέφωνα: 2310- 962190- 1- 2, 2310- 216948

Ιστορία

Οι συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις ιδιαίτερα από το 1912 και μετέπειτα, έκαναν όλο και επιτακτικότερη την ανάγκη για μονιμότερη λύση στο πρόβλημα στελέχωσης του Ελληνικού Στρατού με Αξιωματικούς του Υγειονομικού. Για μεγάλο χρονικό διάστημα η στελέχωση πραγματοποιείτο κατόπιν διαγωνισμού ανάμεσα στους πτυχιούχους ιατρούς των Πανεπιστημίων. Αυτή η λύση είχε πολλά μειονεκτήματα, με κυριότερο τα μεγάλα προβλήματα προσαρμογής των νέων ιατρών στο στρατιωτικό περιβάλλον. Προσωρινή λύση δόθηκε με την αποστολή νέων, απόφοιτων γυμνασίων, στην Στρατιωτική Ιατρική Σχολή της Λυών της Γαλλίας, αλλά και πάλι εντοπίστηκαν προβλήματα, όπως το μεγάλο ύψος δαπανών για τις σπουδές και η διαφορετική νοοτροπία εκπαιδεύσεως στο Γαλλικό στρατό.

Μετά από τις διαπιστώσεις αυτές με νομοθετικό διάταγμα που υπογράφηκε το Δεκέμβριο του 1925 ιδρύθηκε η Στρατιωτική Ιατρική Σχολή (Σ.Ι.Σ.) που λειτούργησε το 1926 με έδρα την Αθήνα. Η μετέπειτα ιστορία της Σχολής αποδείχθηκε ιδιαίτερα ευμετάβλητη αλλά και ενδιαφέρουσα. Σταθμοί αυτής ήταν :

1926. Ίδρυσή της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής με έδρα την Αθήνα και λειτουργία αυτής στις εγκαταστάσεις του 430 Γενικού Στρατιωτικού Νοσοκομείου (το γνωστό "Ελπίς").
1935. Διακοπή της λειτουργίας της, τον Ιούνιο.
1937. Ίδρυση της Σχολής Αξιωματικών Σωμάτων Υπηρεσιών (ΣΑΣΥ) με έδρα την Αθήνα και λειτουργία αυτής στο Γαλλικό Νοσοκομείο επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας.
1940. Εκ νέου διακοπή της λειτουργίας με την κήρυξη του πολέμου.
1946. Ίδρυση της Στρατιωτικής Ιατρικής Σχολής (ΣΙΣ) στις 6 Ιουνίου, με έδρα τη Θεσσαλονίκη και έναρξη λειτουργίας από το 1947 στην πρώην Γερμανική Σχολή και την παρακείμενη βίλα Μοδιάνο κοντά στην παραλία της Θεσσαλονίκης.
1958. Μετεγκατάσταση της Σχολής στη σημερινή της θέση στις 22 Δεκεμβρίου.
1970. Μετονομασία στις 6 Ιουνίου της Σ.Ι.Σ. σε Σ.Σ.Α.Σ (Στρατιωτική Σχολή Αξιωματικών Σωμάτων) στην οποία περιληφθήκαν εκτός των τμημάτων υγειονομικού (Ιατρικό, Οδοντιατρικό, Κτηνιατρικό και Φαρμακευτικό) και τα τμήματα Δικαστικού, Οικονομικού και Στρατολογικού. Σήμερα στη Σχολή λειτουργούν όλα τα πιο πάνω τμήματα εκτός του Δικαστικού.
1973. Επικυρώθηκε ο Οργανισμός της Σχολής.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΣΧΟΛΗ ΙΚΑΡΩΝ

http://www.haf.gr/el/career/academies/si/

Εισαγωγή
Πέρασαν πολλές δεκαετίες από την ίδρυση της Σχολής Ικάρων, οι ρίζες της οποίας ανάγονται στις ανάλογες Σχολές της Γαλλίας, απ' όπου αποφοίτησαν οι πρώτοι Έλληνες Ιπτάμενοι και Μηχανικοί. Η Ιστορική μνήμη στρέφεται με σεβασμό και εκτίμηση προς τις θυσίες και το έργο όλων εκείνων χάρις στους οποίους η Πατρίδα και ο Λαός μας απολαμβάνουν των αγαθών της Δημοκρατίας και της ελευθερίας, αλλά και των επιτευγμάτων του Πολιτισμού. Μέσα στο πλήθος των επωνύμων και ανωνύμων εραστών της ελευθερίας και τα ιδανικά της Πατρίδας μας, εξέχουσα θέση κατέχουν στον κατάλογο της προσφοράς και της θυσίας οι Αεροπόροι μας. Από τη χρησιμοποίηση του αεροσκάφους στις πολεμικές επιχειρήσεις του 1912 μέχρι σήμερα, η Αεροπορία μας προστατεύει τους ουρανούς της Πατρίδας από κάθε επιβουλή.
Η Σχολή Ικάρων στα πλαίσια των σπουδών της παράγει και μεταδίδει τη γνώση στους σπουδαστές της με την έρευνα και διδασκαλία της Αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας, καθώς και των συναφών θεωρητικών, θετικών και εφαρμοσμένων επιστημών. Αναπτύσσει τις στρατιωτικές αρετές και τη στρατιωτική αγωγή ώστε να διαμορφώνει αξιωματικούς της Πολεμικής Αεροπορίας (Π.Α.) με στρατιωτική και αεροπορική συνείδηση, μόρφωση ανώτατου επιπέδου, καθώς και κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική παιδεία και αγωγή, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να καταστούν ικανοί ηγήτορες με άρτια επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση. Διοργανώνει από κοινού με τα Πανεπιστήμια, Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) και διεξάγει επιστημονική έρευνα σε τομείς ενδιαφέροντος της Πολεμικής Αεροπορίας.
Η επιλογή των Ικάρων γίνεται μετά από επιτυχία στα μαθήματα, κατά τις πανελλήνιες εξετάσεις, αλλά και ανταπόκριση στις ψυχοτεχνικές και αθλητικές δοκιμασίες επαγγελματικής καταλληλότητας. Οι δυνατότητες είναι ανάμεσα σε δύο κατευθύνσεις. Η γνώση των ιδιαιτεροτήτων αλλά και των προσόντων που απαιτεί κάθε μία από τις δύο κατευθύνσεις είναι ο ουσιαστικός οδηγός επιλογής. Όμως κυρίαρχο στοιχείο που πρέπει να υπάρχει στην ψυχή κάθε νέου που θέλει να έρθει στη Σχολή Ικάρων είναι η αγάπη για την Πολεμική Αεροπορία.
Από τη Σχολή έχουν αποφοιτήσει, τουλάχιστον 2.600 Ιπτάμενοι, 1200 Μηχανικοί και άλλες ειδικότητες ανάλογα με τις ανάγκες της Π.Α.
Σήμερα εκπέμπεται ως μήνυμα διαβεβαίωσης σε όλους τους μελλοντικούς Ίκαρους ότι οι πύλες της Σχολής Ικάρων είναι πάντοτε, ανοικτές γιά όλους εκείνους που έχουν τη θέληση την πίστη και την αγάπη να συνεχίσουν την παράδοση και την ιστορία της Πολεμικής μας Αεροπορίας. Η πολιτεία με φροντίδα βελτιώνει συνεχώς τις συνθήκες, το περιβάλλον σπουδών και στη συνέχεια την εξέλιξη των Ικάρων και Αξιωματικών αντίστοιχα. Αναγνωρίζεται από όλους το ιδιαίτερο και το σημαντικό του έργου του σημερινού Έλληνα Αξιωματικού της Αεροπορίας και για αυτό πέραν της εκτίμησης και του θαυμασμού που απολαμβάνει από τον Ελληνικό Λαό έχει και την συμπαράσταση της Πολιτείας σε όλους τους τομείς.
Έμβλημα σχολής

 

 


ΠΑΡΑΣΤΑΣΗ : Δυναμική σύνθεση Ικάρου και αεροπλάνου
ΡΗΤΟ : ΑΜΕΣ ΔΕ Γ' ΕΣΣΟΜΕΘΑ ΠΟΛΛΩ ΚΑΡΡΟΝΕΣ
ΕΠΕΞΗΓΗΣΗ : Εμείς θα γίνουμε πολύ καλύτεροι από σας

Τριών ουν χορών όντων κατά τας τρεις ηλικίας και συνισταμένων εν ταις εορταίς...
ο μεν των γερόντων αρχομένος ήδεν: "Αμές ποκ' ήμες άλκιμοι νεανίαι"
είτα ο των ακμαζόντων ανδρών αμειβόμενος : "Αμές δε γ' είμες, αι δε λήις αυγάσδεο"
ο των παίδων : "Αμές δε γ' εσσόμεθα πολλώ κάρρονες"
Λαϊκοί στίχοι, τους οποίους τραγουδούσαν οι αρχαίοι Σπαρτιάτες χορεύοντας...
Γέροντες : "εμείς κάποτε είμασταν ρωμαλέοι, γενναίοι νέοι"
Άνδρες : "εμείς όμως είμαστε τώρα, αν θέλεις δοκίμασε"
Νέοι : "αλλά εμείς βεβαίως θα γίνουμε πολύ καλύτεροι από σας"

Από το βιβλίο του D.L.PAGE POETAE MELICI GRAECI, OXFORD 1962
κεφ. CARMINA POPULARIA σελ. 461


Κώδικας Τιμής Ικάρου

Είμαι Ίκαρος και με τη βούληση μου
θα σέβομαι τους νόμους
και τους κανονισμούς της Σχολής.

θα μεριμνώ τον ηθικό, θεωρητικό
και αισθητικό μου βίο με επίγνωση,
ειλικρίνεια και συνέπεια.

Σαν άνθρωπος υπεύθυνος,
υπερήφανος κι ελεύθερος,
δε θα κάνω ποτέ πράξη ποταπή,
γεννημένη από μικρότητα ή φόβο
και δε θα ανέχομαι κανέναν μεταξύ
των Ικάρων, που δεν πιστεύει σ' αυτά.

Προσόντα ικάρου
Τα χαρακτηριστικά και βασικά προσόντα, τα οποία ο Ίκαρος οφείλει να καλλιεργήσει για να ανταποκριθεί πλήρως, στην αποστολή του, είναι : πνευματική ευφυία, πνευματική ετοιμότητα, κρίση, θέληση, θάρρος, αποφασιστικότητα, πρωτοβουλία, ευσυνειδησία, πνεύμα δικαιοσύνης, αμεροληψία, υψηλό ηθικό, ψυχική αντοχή, πειθαρχία, ανάλυψη ευθυνών, στρατιωτικό πνεύμα, ευγένεια, υψηλή μόρφωση, υγεία και άριστη φυσική κατάσταση.

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΤΗΤΑ - ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑ
Έχοντας υπ' όψιν πάντοτε ότι ο Ίκαρος αποτελεί δόκιμο μέλος της οικογένειας των αξιωματικών και ότι συμβολίζει το νέο αίμα του σώματος, του οποίου η υγεία, η συνοχή, η ανάπτυξη και η ύπαρξη είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με την υψίστης σπουδαιότητας Εθνική αποστολή της ασφάλειας και της άμυνας της χώρας, θα πρέπει να συγκεντρώνει και να προσελκύει το ενδιαφέρον, την αγάπη την εκτίμηση και το σεβασμό ολοκλήρου του κοινωνικού συνόλου, αποτελώντας πρότυπο παράδειγμα κοινωνικής συμπεριφοράς και τήρησης συγκεκριμένων κοινωνικών κανόνων.
Για το λόγο αυτό καλλιεργεί χαρακτήρα & συμπεριφορά που ανταποκρίνονται στο αξίωμα της ιδιότητας και της αποστολής του. Η ενσυνείδητη εφαρμογή και η πίστη σε συγκεκριμένες αξίες και κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς από την πλευρά του Ικάρου αποδεικνύει το βαθμό κοινωνικότητας του, την ωριμότητα και τη μόρφωση του.
Ο Ίκαρος έχει κατανοήσει ότι ο ρόλος και η αποστολή του συνεπάγονται "επιπλέον" ευθύνες και καθήκοντα. Αποδέχεται συνειδητά τους κανόνες κοινωνικής συμπεριφοράς που η ιδιότητα και η κοινωνική του θέση επιβάλλει.

ΣΚΟΠΟΣ - ΑΠΟΣΤΟΛΗ ΙΚΑΡΟΥ

Σκοπός και αποστολή του Ικάρου όμως, δεν είναι μόνο η τυπική εφαρμογή των συγκεκριμένων κανόνων καλής συμπεριφοράς αλλά και η σταδιακή ολοκλήρωσή του σε όλους τους τομείς, με αποτέλεσμα να ενσαρκώνει, όχι μόνο τον ιδανικό αξιωματικό της Π.Α. μετά την αποφοίτησή του από την Σχολή Ικάρων, αλλά και ένα "πρότυπο", θετικό παράδειγμα μίμισης για τους νέους της πατρίδας μας. Για την επίτευξη αυτού του σκοπού ο 'Ικαρος πρέπει να καταστεί "κοινωνός" των πράξεων του και να επιδιώκει συνεχή επικοινωνία με όλους τους φορείς του κοινωνικού συνόλου.

Θέση Σχολής

Η Σχολή βρίσκεται στην Αεροπορική Βάση της Δεκελείας (Τατόϊ) και απέχει από το κέντρο των Αθηνών 15 km περίπου.


Αποστολή
Αποστολή της Σχολής Ικάρων είναι να παράγει και να μεταδίδει την γνώση στους σπουδαστές της, με την έρευνα και διδασκαλία της αεροπορικής επιστήμης και τεχνολογίας καθώς και των συναφών θεωρητικών, θετικών και εφαρμοσμένων επιστημών. Nα αναπτύσει τις στρατιωτικές αρετές και την στρατιωτική αγωγή ώστε να διαμορφώνει αξιωματικούς της Π.Α. με στρατιωτική και αεροπορική συνείδηση, μόρφωση ανώτατου επιπέδου καθώς και κοινωνική, πολιτιστική και πολιτική παιδεία και αγωγή, παρέχοντάς τους τα εφόδια για να καταστούν ικανοί ηγήτορες, με άρτια επαγγελματική και επιστημονική κατάρτιση. Nα διοργανώνει από κοινού με τα Πανεπιστήμια, Προγράμματα Μεταπτυχιακών Σπουδών (Π.Μ.Σ.) και να διεξάγει επιστημονική έρευνα σε τομείς ενδιαφέροντος της Π.Α.
Η αποστολή της Σχολής είναι δυνατόν να εξειδικεύεται περαιτέρω και να περιγράφεται στον "Κανονισμό Οργάνωσης και Λειτουργίας" της, βάση της αποστολής της Π.Α. και του "Πρότυπου Αποφοίτου Αξιωματικού" όπως αυτό καθορίζεται με αποφάσεις του Ανώτατου Αεροοπορικού Συμβουλίου (Α.Α.Σ.)

Ιστορία

Η ιστορία της κατάκτησης του αέρα αρχίζει από τους αρχαιότατους χρόνους και βαδίζει παράλληλα με την πρόοδο του πολιτισμού. Ο άνθρωπος επεδίωξε να απαλλαγεί από τα δεσμά της φύσης και να κατακτήσει τον αέρα. Έχοντας σαν παράδειγμα τα πτηνά , που με τις πτέρυγές τους διασχίζουν τους αιθέρες, και έχοντας σαν όπλα του το νου και τη φιλοδοξία, πέτυχε να αναπληρώσει με τεχνικά μέσα όσα όργανα και ιδιότητες στερήθηκε από τη φύση και να πραγματοποιήσει σε μέγιστο βαθμό τα μεγαλεπήβολα σχέδιά του.
Πρωτοπόροι σε αυτή την ανθρώπινη κατάκτηση αναδείχτηκαν οι αρχαίοι μας πρόγονοι. Τους Έλληνες πάντοτε προσέλκυε το δύσκολο και επικίνδυνο και όταν δεν κατόρθωναν να το πλησιάσουν και να το πραγματοποιήσουν, το πετύχαιναν με τη φαντασία τους στους μύθους. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο στην αρχαιότητα αφθονούν οι πτήσεις στους αιθέρες θεών και ηρώων. Ο Ερμής και η Ίριδα συχνά πετούσαν ενώ ο Δαίδαλος και ο Ίκαρος μπορούν να θεωρηθούν οι πρώτοι μυθικοί αεροπόροι, που πέταξαν με ανθρώπινα και όχι με υπερφυσικά και θεία μέσα.
Κατά τη μυθολογία περίπου το 1400 π.Χ. ο βασιλιάς της Κρήτης Μίνωας θέλησε να κατασκευάσει ένα παλάτι τέτοιο που να μην υπάρχει άλλο παρόμοιο. Κάλεσε για αυτό το σκοπό από την Αθήνα τον ξακουστό τεχνίτη Δαίδαλο. Έτσι χτίστηκε το τεράστιο παλάτι στην Κνωσό. Ένα τεράστιο κτίριο με 1300 αίθουσες, αυλές και αποθήκες, διακοσμημένο με θαυμάσιες τοιχογραφίες. Ο Μίνωας όμως επειδή φοβήθηκε μήπως ο Δαίδαλος φτιάξει κάτι παρόμοιο και αλλού, με διάφορες προφάσεις δεν τον άφηνε να φύγει. Σύντομα όμως ο Δαίδαλος έπεσε στη δυσμένεια του βασιλιά της Κρήτης.
Ο Μίνωας εξοργίστηκε τρομερά όταν πληροφορήθηκε ότι ο Δαίδαλος διευκόλυνε την Πασιφάη (τη γυναίκα του) να ικανοποιήσει τον παράφορο έρωτα της με τον ταύρο του Ποσειδώνα (από την παράδοξη αυτή ένωση γεννήθηκε ο Μινώταυρος). Οργισμένος ο Μίνωας απαγόρευσε οριστικά την αναχώρηση του Δαίδαλου και του νεαρού γιού του Ίκαρου, από την Κρήτη. Τον Ίκαρο είχε αποκτήσει ο Δαίδαλος με τη Ναυσικράτη, μια από τις δούλες του Μίνωα. Ο Δαίδαλος άρχισε να μηχανεύεται τρόπους για την απόδρασή τους. Η φυγή από θάλασσα ήταν αδύνατη. Αρματωμένα πλοία περιπολούσαν τα κρητικά παράλια. Μόνο από αέρα θα ήταν δυνατή η απόδρασή τους. Αλλά πώς;
Το εφευρετικό μυαλό του Δαίδαλου δεν άργησε να βρει τη λύση. Κατασκεύασε γιγάντια φτερά από κλαριά λυγαριάς και πανί και τα κόλλησε με κερί. Συμβούλεψε το γιο του πώς να πετάει, στερέωσε με κερί τα φτερά στους ώμους και πέταξαν μαζί πάνω από τα ψηλά βουνά της Κρήτης για την ελευθερία. Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν μοναδικό και το ταξίδι στους αιθέρες ανεπανάληπτο. Για πρώτη φορά ο άνθρωπος έσχιζε το γαλάζιο ορίζοντα και κατακτούσε τους ουράνιους δρόμους. Άφηναν πίσω τους τη σκλαβιά και ταξίδευαν για τόπους μακρινούς κι ονειρεμένους. Σαν νιόβγαλτο πουλί, πλημμυρισμένο από ευτυχία, ο Ίκαρος πετούσε πότε ψηλά καλημερίζοντας τον ολόλαμπρο Ήλιο και πότε χαμηλά, δροσίζοντας τις φτερούγες του στα γαλανά νερά της θάλασσας. Μάταια ο πατέρας του του φώναζε να μην πλησιάζει τον ολόφωτο δίσκο του Ήλιου.
Το κακό ήρθε γρήγορα. Οι καυτές αχτίδες του Ήλιου μαλάκωσαν το κερί και έλιωσαν τα δεσίματα των φτερών. Ο άτυχος νέος έπεσε στη θάλασσα κοντά σε ένα νησί και πνίγηκε. Η μοίρα στάθηκε σκληρή για τον άμυαλο και απερίσκεπτο νέο. Ο Δαίδαλος, με πόνο ψυχής , κατέβηκε και περιμάζεψε το νεκρό σώμα. Το νησί που τάφηκε ονομάστηκε Ικαρία και το πέλαγος που πνίγηκε ο Ίκαρος, Ικάριο. Απαρηγόρητος ο Δαίδαλος έφθασε στην Κύμη, όπου έχτισε ναό προς τιμή του θεού Απόλλωνα, στον οποίο αφιέρωσε τα φτερά που του χάρισαν την ελευθερία.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο θάνατος του Ικάρου υπήρξε η πρώτη ελληνική προσφορά - θυσία στο βωμό της αεροπορικής ιδέας. Σε αυτό το μύθο των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων έχει στηριχθεί ο τίτλος των νεαρών σπουδαστών αεροπόρων και της Σχολής στην οποία φοιτούν και δείχνει την τόλμη και την αποφασιστικότητα που τους διακρίνει για την ελευθερία.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 



Σχολή Ναυτικών Δοκίμων

http://www.smy.gr

Γενικά
Η ΣΝΔ είναι Ανώτατο Στρατιωτικό Εκπαιδευτικό Ίδρυμα (ΑΣΕΙ) και παρέχει ακαδημαϊκή και ναυτική εκπαίδευση πανεπιστημιακού επιπέδου. Η εισαγωγή στη Σχολή γίνεται μέσω των ετήσιων γενικών εξετάσεων, τις οποίες διεξάγει το Υπουργείο Παιδείας, και οι απόφοιτοί της σταδιοδρομούν στο Πολεμικό Ναυτικό ως Αξιωματικοί.
Στη Σχολή μας οι Ναυτικοί Δόκιμοι καταρτίζονται ακαδημαϊκά από το καθηγητικό προσωπικό των διαφόρων Τομέων της. Η πρακτική εξάσκηση, καθώς και η καλλιέργεια του Ναυτικού πνεύματος, πραγματοποιούνται με τη διδασκαλία της Ναυτικής Τέχνης, των πεζικών ασκήσεων και με εκπαιδευτικά ταξίδια στο εσωτερικό και εξωτερικό με πλοία, υποβρύχια, ελικόπτερα και αεροπλάνα.
Όλα τα παραπάνω συμβάλλουν ώστε οι απόφοιτοι νέοι Αξιωματικοί να διακρίνονται για την επιστημονική τους κατάρτιση, το ήθος, τη στρατιωτική αγωγή και τη ναυτοσύνη τους. Συνέπεια, άλλωστε, του σημαντικού έργου, το οποίο προσφέρει η Σχολή στο Έθνος είναι η τιμητική διάκριση που έλαβε με την απονομή του μεταλλίου της Ακαδημίας Αθηνών το 1967, διότι "από ιδρύσεώς της εν έτει 1845 μέχρι σήμερον, ανέδειξε ήρωας, σοφούς άνδρας και διακεκριμένους επιστήμονας, προσενεγκούσα ούτω μεγάλας υπηρεσίας εις την Πατρίδαν και το Έθνος".
Η Ελλάδα είναι γη σπαρμένη στη θάλασσα. Ο Έλληνας, ανεξάρτητα από το πού βρίσκεται ο μικρός τόπος, όπου γεννήθηκε, ακολούθησε το δρόμο του νερού που πέφτει στη γη και οδηγείται στη θάλασσα. Ίσως εκεί μόνο, με το ανακάτεμα μαζί της, αποκτά γεύση, μπορεί να ταξιδέψει και να γνωρίσει άλλους κόσμους, γίνεται κύμα και αντιστέκεται σε όποιον κακόβουλο προσπαθήσει να πατήσει την ακτή.
Η ΣΝΔ, μέσα από την 164 ετών ιστορία της, ανέδειξε ηγέτες που ξεπέρασαν τα όρια του Ναυτικού και αναδείχθηκαν ως ιδιαίτερες φυσιογνωμίες. Φυσιογνωμίες, οι οποίες, με την επιστημονική τους κατάρτιση και τα ηγετικά προσόντα, τα οποία καλλιέργησαν στη Σχολή Ναυτικών Δοκίμων, έγιναν άξιοι συνεχιστές μιας ιστορίας χιλιετιών, που δίνει στο Πολεμικό Ναυτικό της χώρας μας το δικαίωμα να καυχάται ότι ουδέποτε υπέστειλε τις Σημαίες.

Ιστορία
Η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων υπήρξε και παραμένει το κύτταρο της συστηματικής εκπαίδευσης (θεωρητικής και πρακτικής) των υποψηφίων Αξιωματικών του Ελληνικού Πολεμικού Ναυτικού. Ακολουθούν (πολύ συνοπτικά) τα σπουδαιότερα ορόσημα της ιστορικής διαδρομής της Σχολής, από την ίδρυση του νεωτέρου Ελληνικού Κράτους μέχρι τις ημέρες μας.

Πρώτη περίοδος ίδρυσης και λειτουργίας της Σχολής (1845-1854).
Οι απαρχές της λειτουργίας της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων ανάγονται στις πρώτες δεκαετίες μετά την Εθνική Παλιγγενεσία: την 24 Νοεμβρίου 1845 επί της κορβέτας "ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ" κατόπιν Αποφάσεως του Ήρωα-Ναυμάχου του 1821, Ναυάρχου Κωνσταντίνου Κανάρη, τότε Υπουργού των Ναυτικών. Ατυχώς, εξ αρχής ανέκυψαν τριβές μεταξύ του Κυβερνήτη, Πλοιάρχου Ραφαήλ, και του Υπάρχου, Υποπλοιάρχου Παλάσκα, λόγω διαφοράς νοοτροπίας των δύο εκείνων (σπουδαίων κατά τα λοιπά) Αξιωματικών. Το Υπουργείο, όταν πληροφορείται τα σχετικά, αναζητεί οδό επίλυσης του ζητήματος, αποστέλλοντας Κατευθυντήριες Διαταγές στον Κυβερνήτη και προβαίνοντας στην σύσταση "Ναυτικού Παιδευτηρίου", υπό την διεύθυνση του Υποπλοιάρχου Παλάσκα, αλλά μάταια. Ο τελευταίος αιτείται μετάθεση, γεγονός που οδηγεί στην κατ' ουσίαν διάλυση της Σχολής το 1854.

Η Σχολή στην "ΑΘΗΝΑ", στο "ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ" και στον "AΡΗ" (1862-1884).
Η Προσωρινή Κυβέρνηση, η οποία εγκαθιδρύθηκε μετά την ανώμαλη πολιτική κατάσταση που επακολούθησε μετά την έκπτωση και έξωση του Βασιλέως Όθωνος, αποφάσισε, τον Νοέμβριο του 1862, να συγκροτήσει, εκ των ενόντων, Ναυτικό Σπουδαστήριο επί του ατμοδρόμωνα "ΕΛΛΑΣ". Ως Διευθυντής διορίσθηκε ο Πλωτάρχης Κουμελάς, που υπηρετούσε στον Ναύσταθμο. Εν τούτοις, η λειτουργία του Ναυτικού Σπουδαστηρίου ματαιώθηκε λόγω διοικητικών προβλημάτων που ανέκυψαν. Επτά μήνες αργότερα αποφασίσθηκε και πάλι η λειτουργία του Σπουδαστηρίου, αυτήν την φορά στον πάρωνα "ΑΘΗΝΑ". Ωστόσο, η εν λόγω χρονική περίοδος χαρακτηρίζεται από σοβαρά οργανωτικά ελλείμματα, όχι άσχετα, άλλωστε, προς την γενικότερη περιρρέουσα διοικητική, θεσμική και οργανωτική αταξία της ελληνικής κοινωνίας της εποχής εκείνης. Εν μέσω όλων αυτών, η Σχολή μεταφέρεται στο "ΜΕΣΟΛΟΓΓΙ", όπως είχε, εν τω μεταξύ, μετονομασθεί ο "ΛΟΥΔΟΒΙΚΟΣ", χωρίς, εν τούτοις, να επέλθει ουσιαστική βελτίωση στην οργάνωση και την διοίκηση, για να παύσει κατ' ουσίαν να λειτουργεί, τον Σεπτέμβριο του 1871, καίτοι δεν υπήρξε επίσημη Πράξη κατάργησής της. Δέκα χρόνια αργότερα, το 1882, συστήνεται εκ νέου Ναυτική Σχολή, αυτήν την φορά με έδρα τον "ΑΡΗ", διαλύθηκε όμως τον Δεκέμβριο του 1884 λόγω της ενάρξεως λειτουργίας, πλέον, της Σχολής Ναυτικών Δοκίμων, επί του ατμοδρόμωνα "ΕΛΛΑΣ".

Η "Σχολή των Ναυτικών Δοκίμων" έως το 1905 (1884-1905).
Η ίδρυση-ή επανίδρυση-της ΣΝΔ, υπό την σημερινή της ονομασία και μορφή, έλαβε χώρα επί Πρωθυπουργίας Χαριλάου Τρικούπη, η διακυβέρνηση του οποίου υπήρξε περίοδος αληθινής αναγεννήσεως για το Ναυτικό, όπως άλλωστε και για το σύνολο των Ενόπλων Δυνάμεων, αλλά και την Δημόσια Διοίκηση εν γένει. Την περίοδο εκείνη ανατέθηκε στον Πλωτάρχη Κανελλόπουλο η σύνταξη των απαιτουμένων Οργανισμών και Κανονισμών Λειτουργίας της Σχολής. Αφού ρυθμίσθηκε το νομοθετικό πλαίσιο, ακολούθησε η συγκρότηση της Σχολής κατά τα οριζόμενα και προβλεπόμενα. Τον Αύγουστο του 1884 έλαβαν χώρα τα επίσημα εγκαίνια της Σχολής. Φαινόμενα προχειρότητας και αταξίας, όπως εκείνα που είχαν παρατηρηθεί κατά την διάρκεια των προηγουμένων ετών, εξέλιπαν, και η Σχολή έφθασε σε αξιόλογα επίπεδα οργάνωσης και λειτουργίας. Τον επόμενο χρόνο η έδρα της μεταφέρθηκε στην ξηρά. Το 1888 ονομάσθηκαν Σημαιοφόροι οι πρώτοι απόφοιτοι της Σχολής, οι οποίοι διακρίθηκαν έκτοτε για την υψηλή στάθμη της εκπαίδευσής τους. Το Μάϊο του 1892 η έδρα της Σχολής επανήλθε στον ατμοδρόμωνα "ΕΛΛΑΣ", όπου και παρέμεινε επί δεκατρία (13) έτη.

Η Σχολή στην μόνιμη έδρα της (1905-1911).
Η μετεγκατάσταση της Σχολής, από τα πλοία στην ξηρά, κατέστη δυνατή το 1891, χάρις στο κληροδότημα που κατέλειπε ο μέγας εθνικός ευεργέτης Παντελής Βασσάνης. Με αυτήν την πολύτιμη επικουρία εξευρέθη ο κατάλληλος χώρος για την ανέγερση των τριών κτιρίων της Σχολής: του κεντρικού, που εξυπηρετούσε τους Δοκίμους, του οικήματος Διοικητού / Υποδιοικητού και του θεραπευτηρίου. Τα τρία προαναφερθέντα κτίρια, με τις αναγκαίες μετατροπές που επήλθαν με την πάροσο του χρόνου, διατηρούν την αρχική τους μορφή ακόμα και σήμερα. Προς τιμήν του εθνικού ευεργέτη, η Σχολή απεκαλείτο τότε και «Βασσάνειον Ίδρυμα».

Η Σχολή κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).
Μετά την κήρυξη του Α' Βαλκανικού Πολέμου (Οκτώβριος 1912) οι τριτοετείς Δόκιμοι ονομάσθηκαν Αρχικελευστές, τοποθετήθηκαν στον Στόλο και έλαβαν μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις. Με τη λήξη του πολέμου επέστρεψαν όλοι στην Σχολή τους, εκτός από τον ήρωα Ιωάννη Παστρικάκη, ο οποίος έπεσε υπέρ Πατρίδος κατά την απελευθέρωση της νήσου Χίου από τον τουρκικό ζυγό.

Περίοδος 1913-1922.
Κατά την περίοδο αυτή επεκτείνονται οι εγκαταστάσεις της Σχολής και αυξάνεται ο αριθμός των εκπαιδευομένων Δοκίμων. Μία απόπειρα διοικήσεως της Σχολής από Αξιωματικό του Βρετανικού Βασιλικού Ναυτικού (που έφερε τον βαθμό του Πλοιάρχου), ειδικού επί θεμάτων εκπαιδεύσεως, δεν έμελλε να ευοδωθεί (στο πλαίσιο και της διαπλοκής ζητημάτων, όπως οι ξένες Στρατιωτικές και Ναυτικές Αποστολές, με τις στρατηγικές και πολιτικοδιπλωματικές επιλογές αντιτιθεμένων πολιτικών παρατάξεων της εποχής).

Η Σχολή κατά τον Μεσοπόλεμο (1923-1940).
Κατά την περίοδο της ανασυγκρότησης του κράτους και της κοινωνίας που επακολούθησε μετά την (ασύλληπτων ιστορικών, πολιτικών, γεωστρατηγικών, γεωοικονομικών και πολιτισμικών) διαστάσεων τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής, η Σχολή Ναυτικών Δοκίμων στράφηκε με ζήλο στην ποιοτική βελτίωση της οργάνωσης και της εκπαίδευσης, με αποτέλεσμα την εισαγωγή νέων ειδικοτήτων, όπως των Μηχανικών, των Οικονομικών, των Λιμενικών, των Ναυπηγών, ενώ τότε άρχισε και η παροχή εκπαίδευσης σε αλλοδαπούς - υποψηφίους Αξιωματικούς των Πολεμικών Ναυτικών των χωρών τους. Σημαντικό γεγονός για τον βίο και την λειτουργία της Σχολής υπήρξε η ναυπήγηση του ιστιοφόρου "AΡΗΣ" ως εκπαιδευτικού πλοίου.

Η Σχολή κατά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Με την κήρυξη του Ελληνοϊταλικού Πολέμου, οι τεταρτοετείς και οι οικονομικοί Δόκιμοι ονομάσθηκαν Σημαιοφόροι, οι τριτοετείς Αρχικελευστές, οι λιμενικοί αποσπάσθηκαν στο Υπουργείο Εμπορικής Ναυτιλίας και οι υπόλοιποι εστάλησαν σε άδεια αορίστου χρόνου. Λίγες ημέρες αργότερα ανακλήθηκαν οι Ν. Δόκιμοι και η Σχολή επαναλειτούργησε ομαλά, για να αναστείλει πάλι την λειτουργία της μόλις κηρύχθηκε ο Ελληνογερμανικός Πόλεμος. Κατά την διάρκεια της Τριπλής Κατοχής οι εγκαταστάσεις της Σχολής χρησιμοποιήθηκαν από την Γερμανική Ναυτική Διοίκηση Νοτίου Αιγαίου. Στις αρχές του 1942 διαφεύγουν όλοι οι δόκιμοι-περίπου 30-στην Μέση Ανατολή. Η Σχολή επαναλειτουργεί επί του θρυλικού θωρηκτού «ΑΒΕΡΩΦ» στις 17/5/1942 και εν συνεχεία, στις 29/10/1942, στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, μέχρι τέλους του πολέμου.

Η Σχολή στα μεταπολεμικά χρόνια.
Στις εγκαταστάσεις της Σχολής, κατά τα Δεκεμβριανά, έδρευε το Αρχηγείο Στόλου το οποίο απέκρουσε την εναντίον του επίθεση καταβάλλοντας βαρύ φόρο αίματος. Η ομαλή λειτουργία της Σχολής άρχισε πάλι στις 5 Νοεμβρίου 1945, με πολλές, βεβαίως, ελλείψεις - εκπαιδευτικές, κτιριακές κ.α., οι οποίες καλύφθηκαν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό μέχρι το 1948. Το 1962 ανέλαβε και πάλι το πρόσθετο καθήκον της εκπαιδεύσεως αλλοδαπών Δοκίμων. Τo 1967 της απονεμήθηκε το «Χρυσούν Μετάλλιον» της Ακαδημίας Αθηνών. Το 1968 αναγορεύθηκε σε Ανωτάτη Σχολή και το 2003/2005 εκσυγχρονίστηκε το θεσμικό πλαίσιο λειτουργίας της. Από τότε και μέχρι σήμερα συνεχίζει να εκπαιδεύει τους μελλοντικούς ηγήτορες Αξιωματικούς του Πολεμικού Ναυτικού μας, συντηρώντας άσβεστες και μεταδίδοντας αναλλοίωτες τις ευγενείς παραδόσεις του Π.Ν. και του Ελληνικού Έθνους.

 

 

ΣΜΥ

http://www.smy.gr

Ιστορία

Α' Περίοδος (1884-1889)

Το 1884 και με Νόμο της Κυβέρνησης του Χαριλάου Τρικούπη (αροζ΄/9 Απριλίου 1884), συστήθηκε για πρώτη φορά το «Προπαρασκευαστικόν Υπαξιωματικών Σχολείον»(ΠΥΣ) για την επί διετία εκπαίδευση νέων ιδιωτών, προκειμένου να κατατάσσονταν στη συνέχεια στα διάφορα Όπλα του Στρατού με το βαθμό του Λοχία. Το Σχολείο εκείνο, που ήταν πρόδρομος της σημερινής Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών, συγκροτήθηκε και λειτούργησε στην Κέρκυρα μέχρι το 1889, οπότε και διαλύθηκε με Νόμο της ίδιας κυβέρνησης (ΑΨΣΤ΄/18 Απριλίου ). Έκτοτε και μέχρι το 1925 δεν λειτούργησε παρόμοιο παραγωγικό σχολείο υπαξιωματικών.

Β' Περίοδος (1925-1934)

Το 1925, με σχετικό Νομοθετικό Διάταγμα (της 18ης Σεπτεμβρίου) της κυβέρνησης του Αντιστράτηγου Θεόδωρου Πάγκαλου, και με το από 30 Δεκεμβρίου του ίδιου χρόνου Προεδρικό Διάταγμα που ακολούθησε, ιδρύθηκαν: ένα «Στρατιωτικόν Οικοτροφείον Υπαξιωματικών» στην Κεφαλλονιά και δύο «Στρατιωτικά Οικοτροφεία Τεχνιτών», ένα στην Αθήνα και ένα στη Θεσσαλονίκη (τελικά συγκροτήθηκε και λειτούργησε μόνο αυτό της Θεσσαλονίκης).

Με Προεδρικό Διάταγμα της 17ης Φεβρουαρίου 1926, η έδρα του υπό συγκρότηση«Στρατιωτικού Οικοτροφείου Υπαξιωματικών», μεταφέρθηκε από την Κεφαλλονιά στην Κέρκυρα, όπου και λειτούργησε συνεχώς μέχρι το 1934.

Με Προεδρικό Διάταγμα της 19ης Ιουλίου 1926, το «Στρατιωτικόν Οικοτροφείον Υπαξιωματικών» Κερκύρας μετονομάστηκε σε «Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών». Η φοίτηση θα ήταν πενταετής, με δυνατότητα περιορισμού της στα τρία έτη, ανάλογα με τα προσόντα των εισερχομένων μαθητών, οι οποίοι προέρχονταν κατά το πλείστον από ορφανά παιδιά (είτε από πρόσφυγες της Μ. Ασίας, είτε από τα ορφανοτροφεία της λοιπής χώρας).

Στις 2 Οκτωβρίου 1926 κυρώθηκε με Προεδρικό Διάταγμα, ο Οργανισμός της Προπαρασκευαστικής Σχολής Υπαξιωματικών, ο οποίος αναθεωρήθηκε με το Νόμο υπ' αριθμ. 5125 της 10ης Ιουλίου 1931.

Το 1933 και με Νόμο (υπ' αριθμ. 5820/27 Σεπτεμβρίου 1933), καταργήθηκε η Προπαρασκευαστική Σχολή Υπαξιωματικών. Από το 1934 και μέχρι το τέλος του 1949 δεν λειτούργησε παρόμοια σχολή.

Γ' Περίοδος (1949-2002)

Μετά τη λήξη των πολεμικών επιχειρήσεων της περιόδου 1946-49 και συγκεκριμένα το μήνα Νοέμβριο του 1949, αποφασίστηκε η εκ νέου λειτουργία με μερικές διαφοροποιήσεις της πριν από το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο «Προπαρασκευαστικής Σχολής Υπαξιωματικών», που προβλεπόταν από το Νόμο 5125/10 Ιουλίου 1931 και που είχε καταργηθεί δύο χρόνια αργότερα, με το αιτιολογικό των «υπεράριθμων υπαξιωματικών στο στρατό». Η Σχολή, με τον ίδιο ιστορικό τίτλο, επανασυγκροτήθηκε στην Πάτρα, όπου και άρχισε να λειτουργεί από τις 16 Δεκεμβρίου 1949. Επτά μήνες αργότερα και με διαταγή του τότε Αρχιστρατήγου Αλεξάνδρου Παπάγου (7 Ιουλίου 1950), η Σχολή μετονομάστηκε σε «Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών», τίτλο που διατηρεί μέχρι σήμερα. Ο τίτλος αυτός νομιμοποιήθηκε αργότερα με τον υπ' αριθμ. 1891 Νόμο του 1951.

Το 1953 η έδρα της ΣΜΥ μεταφέρθηκε στη Σύρο και από εκεί τέσσερα χρόνια αργότερα (1957) στη Σάμο.
Το 1975 μεταστάθμευσε στα Τρίκαλα όπου και λειτουργεί μέχρι σήμερα σε παραδοσιακά κτίρια, που ανακαινίσθηκαν και προσαρμόσθηκαν στις ανάγκες οργάνωσης και λειτουργίας της.

Στο μεγάλο διάστημα της λειτουργίας της η ΣΜΥ, με υψηλό αίσθημα ευθύνης και με συνέπεια στην αποστολή της, μεθοδικά και αποδοτικά και με γνώμονα πάντοτε το συμφέρον της υπηρεσίας, αποτέλεσε το λίκνο μέσα στο οποίο γεννήθηκε και αντρώθηκε ο Μόνιμος Υπαξιωματικός του Στρατού μας.



ΣΤΥΑ


http://www.haf.gr/el/career/academies/stya/


Γενικά

Το Ελληνικό πνεύ΅α δη΅ιουργικό και πάντοτε πρωτοπόρο ,συνέλαβε με το ΅ύθο του Δαίδαλου την πρώτη προσπάθεια του ανθρώπου να κατακτήσει τους ουρανούς ΅ε τον πρώτο Αεροπόρο, τον Ίκαρο. Χιλιάδες χρόνια αργότερα Έλληνες τεχνικοί, οδηγού΅ενοι από τις ίδιες ανησυχίες ΅ε αυτές του Δαίδαλου και χωρίς να έχουν αξιόλογη πείρα, συντηρούσαν τα πρωτόγονα Αεροσκάφη της εποχής τους, τα οποία για πρώτη φορά στην παγκόσ΅ια ιστορία Έλληνες Αεροπόροι χρησι΅οποίησαν για πολε΅ικές αποστολές, κατά την διάρκεια των Βαλκανικών πολέ΅ων.
Στα χρόνια που ακολούθησαν και ιδιαίτερα από το 1930 ΅έχρι και το 1950, οι απόφοιτοι των διαφόρων Τεχνικών Σχολών, προσέφεραν ση΅αντικές υπηρεσίες στην Πολε΅ική Αεροπορία. Οι Τεχνικοί αυτοί έβαλαν τις βάσεις πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η ίδρυση της Σχολής Τεχνικών Υπαξιω΅ατικών Αεροπορίας, η οποία λειτουργεί από το 1949 και παραδίδει στην Αεροπορία κάθε χρόνο ΅όνιμα στελέχη οκτώ διαφορετικών τεχνικών ειδικοτήτων.
Η υψηλή τεχνολογία των αεροσκαφών και των ΅έσων εδάφους της Πολε΅ικής Αεροπορίας απαιτεί Τεχνικούς ΅ε γνώσεις υψηλού επιπέδου. Στην πρόκληση αυτή η Σχολή ανταποκρίνεται ΅ε αποφασιστικότητα βελτιώνοντας διαρκώς τα εκπαιδευτικά της προγράμματα, τις μεθόδους διδασκαλίας καθώς και τα εκπαιδευτικά μέσα που διαθέτει. Έτσι τα στελέχη τα οποία αποφοιτούν από την ΣΤΥΑ διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις και προετοι΅ασμένοι κατάλληλα, για να επανδρώσουν αποτελεσ΅ατικά τις Μονάδες στις οποίες τοποθετούνται και να εκπληρώσουν το καθήκον τους στην Πατρίδα ως Στρατιώτες και ως Τεχνικοί.

Αποστολή

Αποστολή της Σχολής, είναι η εκπαίδευση Τεχνικών Υπαξιωματικών άρτια καταρτισμένων, ώστε να είναι ικανοί να ανταποκριθούν με επιτυχία στις ιδιαίτερα αυξημένες υποχρεώσεις και στα καθήκοντα που θα τους ανατεθούν μέσα σε ένα υψηλό τεχνολογικά φορέα που είναι η Πολεμική Αεροπορία.

Έμβλημα σχολής
Το έμβλημα της ΣΤΥΑ αποτελείται από σύνθεση απεικονιζόμενη επί ασπίδας.
Στο άνω μέρος της ασπίδας αναγράφεται το αρχαίο ρητό του μεγάλου ιστορικού Ξενοφώντα: "Σωφρονείν τε και ευτακτείν" (σε ελεύθερη απόδοση "Να είσθε σώφρονες και ευπειθείς").
Το υπόλοιπο της ασπίδας καταλαμβάνει το έμβλημα που διακρίνεται σε δύο τμήματα, δεξιό και αριστερό.
Στο αριστερό ήμισυ απεικονίζεται το μισό ελληνικό εθνόσημο, που φέρεται στις πλευρές της ατράκτου και στις πτέρυγες των μαχητικών αεροσκαφών και των ελικοπτέρων της ΠΑ, καθώς και μια αναμμένη δάδα, που συμβολίζει την αέναη μετάδοση της γνώσης. Αυτά βρίσκονται σε γαλάζιο φόντο, που συμβολίζει την ελληνικότητα και το χρώμα των ουρανών μας.
Το δεξιό ήμισυ απεικονίζει δύο όργανα, ένα τρίγωνο και ένα διαβήτη / γωνιόμετρο, που συμβολίζουν την τεχνική υπόσταση της ΣΤΥΑ, καθώς και μια έλικα που συμβολίζει την πτητική μηχανή επί της οποίας εφαρμόζονται όλες οι απαιτούμενες στην Σχολή γνώσεις. Αυτό το ήμισυ του εμβλήματος είναι κόκκινου χρώματος, καθώς με τον τρόπο αυτό συμβολίζεται το αίμα των αποφοίτων της ΣΤΥΑ που έπεσαν για την Πατρίδα.
Οργάνωση
Η ΣΤΥΑ. είναι ανεξάρτητη Μονάδα της ΠΑ (ισότιμη με Σμηναρχία) και υπάγεται στη Διοίκηση Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ)
Η οργάνωση και λειτουργία της ΣΤΥΑ διέπεται από τον Κανονισμό της Πολεμικής Αεροπορίας ΚΠΑ / Β-21 / Ιανουάριος 1990 που δημοσιεύθηκε στο Φ.Ε.Κ. υπ’αρθμ.36, της 25-1-90 (τεύχος δεύτερο).
Θέση
Η Μονάδα βρίσκεται στην Αεροπορική Βάση της Δεκέλειας (Δήμος Αχαρνών) και απέχει από το κέντρο των Αθηνών 18 km περίπου.

Ιστορία
Η Σχολή Τεχνικών Υπαξιωματικών Αεροπορίας, ιδρύθηκε το Φεβρουάριο του 1949 με την ονομασία Σχολή Τεχνικών Αεροπορίας (ΣΤΑ).
Αποστολή της Σ.Τ.Α. ήταν η στελέχωση της Π.Α. με το κατάλληλα εκπαιδευμένο τεχνικό προσωπικό διαφόρων ειδικοτήτων. Μέχρι τότε γινόταν μονιμοποίηση στρατευσίμων, οι οποίοι μάθαιναν το αντικείμενό τους εμπειρικά. Όμως το υλικό της Αεροπορίας ήταν εξαιρετικά σύγχρονο και απαιτούσε απόλυτα εξειδικευμένο προσωπικό που να έχει ίδια προέλευση και εκπαίδευση.
1949 Αρχικά η ΣΤΑ λειτούργησε με τις ακόλουθες ειδικότητες : Μηχανοσυνθέτη, Οπλουργού, Μηχανικού Α/Τ (Ασυρμάτου Τηλεπικοινωνίας), Ηλεκτροτεχνίτη, Επισκευαστή Οργάνων.
1950 Το 1950 η ΣΤΑ μετονομάζεται σε ΣΤΥΑ
1951 Συντάσσεται ο πρώτος οργανισμός λειτουργίας της ΣΤΥΑ. Με τον κανονισμό αυτό προστίθεται η ειδικότητα του Γενικού Υλικονόμου, ενώ τροποποιήθηκαν και μερικές άλλες, όπως αυτή του Ηλεκτροτεχνίτη σε Ηλεκτρολόγου και Μηχανικού Α/Τ σε Μηχανικού Τηλεπικοινωνιών (Μηχανικού Τ/Η).
1953 Προστέθηκε η ειδικότητα του Ελεγκτού Αναχαιτίσεως.
1955 Προστέθηκε η ειδικότητα του Μηχανικού Μεταφορικών Μέσων & Μηχανημάτων.
1957 Προστίθενται οι ειδικότητες του Συντηρητή Αεροπορικών Εγκαταστάσεων και του Μηχανικού RADAR.
1984 Καταργήθηκε η ειδικότητα του Γενικού Επισκευαστή Οργάνων.
1987 Από το 1949 και μέχρι το 1987 ορισμένες ειδικότητες εκπαιδεύονταν εκτός της Σχολής (στην Αεροπορική Βάση Καβουρίου). Την χρονιά αυτή επέστρεψαν όλες οι ειδικότητες στην έδρα της ΣΤΥΑ, στο Αεροδρόμιο Δεκελείας (Τατόϊ) και από τότε η Σχολή λειτουργεί ως ενιαίο συγκρότημα.
1990 Η Σχολή υπάγεται στη Διοίκηση Αεροπορικής Υποστήριξης (ΔΑΥ) σαν ανεξάρτητη Μονάδα, ισότιμη με Σμηναρχία.
1992 Η εισαγωγή των μαθητών στη Σχολή γίνεται μέσω των Γενικών Εξετάσεων του ΥΠΕΠΘ (Α’ Δέσμη)
1993 Η Σμηναρχία ΣΤΥΑ υπάγεται στη Διοίκηση Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ) έως και σήμερα.
1996 Εισήχθησαν για πρώτη φορά στην ΣΤΥΑ γυναίκες.
1999 Από 15 Σεπτεμβρίου η ΣΤΥΑ μετεγκαταστάθηκε στην Αεροπορική Βάση Καβουρίου μετά τους καταστρεπτικούς σεισμούς της 7ης Σεπτεμβρίου 1999.
2001 Η επιλογή των μαθητών στη Σχολή γίνεται με το ισχύον σύστημα των Γενικών Εξετάσεων του ΥΠΕΠΘ για την εισαγωγή τους στη Τριτοβάθμια Εκπαίδευση.
Σύμφωνα με ΦΕΚ.102/23-5-2001 Νόμος2913 άρθρο 19 παράγ. 5 η ΣΤΥΑ ανήκει στην ανώτερη βαθμίδα της Τριτοβάθμιας Εκπαίδευσης.
2002 Οι ειδικότητες του Μηχανικού Τηλεπικοινωνιών και Μηχανικού Radar ενοποιούνται και προκύπτει η ειδικότητα Τηλεπικοινωνιών – Ηλεκτρονικών.
2009 Επιστροφή της ΣΤΥΑ στον ιστορικό και φυσικό της χώρο, στην Αεροπορική Βάση Δεκελείας, μετά από 10 χρόνια απουσίας κι ενώ συμπληρώνει 60 χρόνια αξιόλογης ιστορικής διαδρομής.

Από το 1949 μέχρι σήμερα στη ΣΤΥΑ σπουδάζουν ανελλιπώς αντίστοιχες εκπαιδευτικές Σειρές Δοκίμων, προσδίδοντάς της μια μακρόχρονη και ιστορική διαδρομή στο γίγνεσθαι της Πολεμικής Αεροπορίας. Κάθε χρόνο, τα αξιόμαχα Τεχνικά στελέχη από τις Τάξεις των Υπαξιωματικών, υποστηρίζουν με Εθνική ευθύνη και επαγγελματική ευσυνειδησία τον ακριβό και υπερσύγχρονο Εξοπλισμό της Πατρίδος μας.
Εκτός των Ελλήνων μαθητών που προέρχονται από τις κατατακτήριες εισαγωγικές εξετάσεις του ΥΠΕΠΘ, έχουν φοιτήσει Κύπριοι μαθητές, αλλά και αλλοδαποί από χώρες κυρίως της Αφρικανικής Ηπείρου, Μέσης Ανατολής, Μολδαβίας κλπ.

ΣΜΥΝ

http://www.hellenicnavy.gr/smyn/smyn.asp

Αποστολή
Η αποστολή της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού (ΣΜΥΝ) είναι :
Να παρέχει στους εισερχόμενους σπουδαστές, αφενός μεν την κατάλληλη στρατιωτική και ναυτική αγωγή, αφετέρου δε, την αναγκαία θεωρητική και πρακτική εκπαίδευση, καθώς και τεχνική κατάρτιση,
με σκοπό,
την απόδοση Υπαξιωματικών, που θα είναι ικανοί να ανταποκριθούν στα καθήκοντα της ειδικότητας / τέχνης τους.

Οργάνωση

Η γενική διάρθρωση της οργάνωσης της Σχολής Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού (ΣΜΥΝ), έχει την ακόλουθη δομή προκειμένου να ανταποκριθεί στην ιδιαιτερότητα της λειτουργίας της, ως Ναυτική Υπηρεσία και ως Ακαδημαϊκό Ίδρυμα της Ανώτερης Τριτοβάθμιας
Εκπαίδευσης :

- Διοικητής
- Επιτελείο
- Συμβούλιο Αξιωματικών Επιτηρητών
- Εκπαιδευτικό Συμβούλιο
- Διδακτικό Προσωπικό
- Δόκιμοι Υπαξιωματικοί

Οι δραστηριότητες του Επιτελείου, διακρίνονται σε δύο κυρίους τομείς, με τις ακόλουθες γενικές αρμοδιότητες:

- Τη διοίκηση και εκπαίδευση των Δοκίμων.
- Τη λειτουργία της ΣΜΥΝ ως Ν. Υπηρεσία.

Ιστορία
Η παρουσία της Σχολής είναι στενά συνδεδεμένη με την Ιστορία και την Παράδοση του Πολεμικού Ναυτικού. Η πρώτη προσπάθεια για τη σύσταση Σχολείου Ναυτοπαίδων έγινε με το Διάταγμα της 17ης Μαρτίου 1879, το οποίο όριζε ότι "…το πλήρωμα του πάρωνος "ΑΘΗΝΑ" εξοπλιζόμενου μετά την αποπεράτωση της επισκευής αυτού, όπως χρησιμεύσει αυτού ως σχολείον υπαξιωματικών, ναυτών και παίδων…".
Έκτοτε, η Σχολή εμφανίζεται και λειτουργεί μέχρι και σήμερα, με διάφορες κατά καιρούς ονομασίες, όπως το 1887, που εμφανίζεται για πρώτη φορά με την ονομασία "Κεντρικό Προγυμναστήριο", στον Πόρο. Ένα χρόνο αργότερα, το 1888, συστήθηκε στη θωρακοβάριδα Βασίλισσα Όλγα, το "Σχολείο Ναυτοπαίδων". Από το 1909 έως το 1924, το Σχολείο Ναυτοπαίδων μετεγκαταστάθηκε στις εγκαταστάσεις του "Κεντρικού Προγυμναστηρίου" στον Πόρο, όπου το 1924, μετονομάσθηκε σε "Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών" (Σ.Δ.Υ.). Από το 1920 ιδρύεται στο Ναύσταθμο Σαλαμίνας η "Σχολή Τεχνιτών". ". Το 1936, καταργήθηκε η "Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών" (Σ.Δ.Υ.) και λειτούργησε και πάλι η "Σχολή Ναυτοπαίδων".
Από το 1941 έως το 1945 δεν λειτούργησε λόγω πολέμου. Τον Απρίλιο του 1945, η Σχολή ξαναλειτούργησε ως "Βασιλικό Προγυμναστήριο Πόρου" (ΒΠ ΠΟΡΟΣ). Το 1948, το ΒΠ ΠΟΡΟΣ μετονομάσθηκε σε "Κέντρο Εκπαιδεύσεως Πόρος" (ΚΕ ΠΟΡΟΣ) και το 1969, σε "Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού" (Σ.Δ.Υ.Ν.), με έδρα τον Πόρο. Η Σχολή Τεχνιτών (στο ΝΣ) το 1970 μετονομάζεται σε "Σχολή Δοκίμων Υπαξιωματικών Τεχνιτών Ναυτικού" (ΣΔΥΤΕΝ), το 1980 σε "Κέντρο Εκπαίδευσης Τεχνιτών" (ΚΕΤΕΧ) και το 1984 σε "Κέντρο Εκπαίδευσης Σακίπης" (ΚΕΣΑΚ). Την 18 Δεκεμβρίου 1981, η ΣΔΥΝ μετονομάζεται σε "Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών Ναυτικού" (Σ.Μ.Υ.Ν.), με έδρα τον Πόρο, από όπου την 13 Αυγούστου 1991, η έδρα της Σχολής μεταφέρθηκε στο Κέντρο Εκπαιδεύσεως Παλάσκας (ΚΕ ΠΑΛ), στην περιοχή ΣΚΑΡΑΜΑΓΚΑ, στο οποίο λειτουργεί μέχρι σήμερα. Από τις 5-7-2000 που το ΚΕΣΑΚ καταργείται, η ΣΜΥΝ παραμένει ως η ενιαία και μοναδική παραγωγική Σχολή Μονίμων Υπαξιωματικών του Ναυτικού, για το σύνολο των ειδικοτήτων τους.



ΣΥΔ

http://www.haf.gr/el/career/academies/syd/

Γενικά

Πρωτοπόροι της ιδέας για την κατάκτηση του αέρα ήταν οι Αρχαίοι Έλληνες. Στην Αρχαιότητα αφθονούν οι πτήσεις Θεών και Ηρώων. Ο φτεροπόδαρος Ερμής πετούσε συχνότατα, ενώ ο Δαίδαλος και ο Ίκαρος μπορούν να θεωρηθούν οι πρώτοι μυθικοί Αεροπόροι που πέταξαν με ανθρώπινα μέσα. Με την πρώτη εμφάνιση του αεροπλάνου η χώρα μας ως συνεχιστής της μυθικής πτήσης του Ίκαρου και Δαίδαλου έθεσε πρωταρχικό στόχο την ιδέα της χρησιμοποίησης του αεροσκάφους ως πολεμικό όπλο και δημιούργησε τον κλάδο της Πολεμικής Αεροπορίας στις Ένοπλες Δυνάμεις.
Η εξελισσόμενη πορεία του όπλου της Πολεμικής Αεροπορίας σε συνάρτηση με την ραγδαία τεχνολογική πρόοδο, επέβαλε την επέκταση της Διοικητικής υποστήριξης και κατέστησε αναγκαία την συγκρότηση και λειτουργία Σχολών που προσβλέπουν με την παραγωγή εξειδικευμένων στελεχών, στην κάλυψη της ανάγκης αυτής.
Η Διοικητική υποστήριξη επιδρά άμεσα στο επίπεδο ετοιμότητας των Αεροπορικών δυνάμεων για την επιχειρησιακή τους ικανότητα και απαιτεί διοικητικά στελέχη ΅ε γνώσεις υψηλού επιπέδου. Στην πρόκληση αυτή η Σχολή ανταποκρίνεται ΅ε αποφασιστικότητα εκσυγχρονίζοντας συνεχώς τα εκπαιδευτικά της προγρά΅΅ατα, ΅εθόδους και μέσα. Έτσι τα στελέχη τα οποία αποφοιτούν από την ΣΥΔ διαθέτουν τις απαραίτητες γνώσεις και προετοι΅ασμένοι κατάλληλα, για να επανδρώσουν αποτελεσ΅ατικά τις Μονάδες στις οποίες τοποθετούνται και να εκπληρώσουν το καθήκον τους στην Πατρίδα.

Αποστολή

Αποστολή της Σχολής Υπαξιωματικών Διοικητικών είναι η παραγωγή Υπαξιωματικών αντίστοιχων ειδικοτήτων, ώστε να είναι ικανοί να ανταποκριθούν με επιτυχία στις ιδιαίτερα αυξημένες υποχρεώσεις και στα καθήκοντα που θα τους ανατίθενται μέσα σ’ ένα τεχνολογικά υψηλού επιπέδου μηχανισμό που είναι η Πολεμική Αεροπορία και σ’ ένα επιχειρησιακά πολύ ευαίσθητο χώρο όπως είναι ο εναέριος χώρος της Πατρίδας μας.
Έμβλημα σχολής
Το έμβλημα της ΣΥΔ αποτελείται από σύνθεση απεικονιζόμενη επί ασπίδας.
Στο άνω μέρος της ασπίδας αναγράφεται το αρχαίο ρητό του Πινδάρου: “ΓΕΝΟΙΟ ΟΙΟΣ ΕΣΣΙ ΜΑΘΩΝ” (σε ελεύθερη απόδοση “Γίνε αυτός που έμαθες να είσαι”).
Το υπόλοιπο της ασπίδας καταλαμβάνει το έμβλημα που διακρίνεται σε τέσσερα τμήματα, δεξιό άνω, δεξιό κάτω και αριστερό άνω, και αριστερό κάτω.
Στο άνω δεξιό τμήμα απεικονίζεται η μέλισσα που συμβολίζει τις ειδικότητες ΣΤΡΑΤΟΛΟΓΩΝ, ΤΑΜΕΙΑΚΩΝ και ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΩΝ.
Στο άνω αριστερό τμήμα απεικονίζεται ο κεραυνός που συμβολίζει τις ειδικότητες ΑΜΥΝΗΣ ΑΕΡΟΔΡΟΜΙΩΝ και ΜΕΤΕΩΡΟΛΟΓΩΝ.
Στο κάτω δεξί τμήμα απεικονίζεται το βιβλίο σύμβολο της μάθησης.
Στο κάτω αριστερό τμήμα απεικονίζεται ο Λευκός Πύργος σήμα κατατεθέν της Θεσσαλονίκης όπου εδρεύει και η Σχολή.
Στο κέντρο της ασπίδας βρίσκεται ο δεκαεξάκτινος ήλιος της Βεργίνας ιστορικό σύμβολο της Μακεδονίας χώρο στον οποίο εδρεύει και η ΣΥΔ.
Οργάνωση
Η ΣΥΔ είναι ανεξάρτητη Μονάδα της Π.Α. (ισότιμη με Σμηναρχία) και υπάγεται στη Διοίκηση Αεροπορικής Εκπαίδευσης (ΔΑΕ)
Θέση
Η Μονάδα βρίσκεται στην Αεροπορική Βάση του ΣΕΔΕΣ (Δήμος Θέρμης) και απέχει από το κέντρο της Θεσσαλονίκης 15 χλμ περίπου.